~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
σελίδες της εφημερίδας "Αρκαδικό Βήμα" συντάκτες: Αγαθή Γρίβα-Αλεξοπούλου, Πάνος Αϊβαλής, Πόπη Βερνάρδου, Ζαχαρούλα Γαϊτανάκη,
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~

yfos

yfos
"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν' ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2018

Διήγημα του Γιώργη Καπερώνη από το βιβλίο του "Τα Τετράδια - Αληθινές ιστορίες της Αυλώνας"

Vasilis Siorokos
Αθήνα
Η φωτογραφία είναι από τη Νέδα
Διονύσης Καπερώνης

Ένα μικρό διήγημα του Γιώργη Καπερώνη από το βιβλίο του "Τα Τετράδια - Αληθινές ιστορίες της Αυλώνας": Ο Γέρος και τα ψάρια. Το παραθέτω για όσους έχουν υπομονή και ενδιαφέρον...
~~~~~~~~~~~~~
   ΔΙΗΓΗΜΑ   

O ΓΕΡΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΨΑΡΙΑ
Ένας γέρος ζούσε και κατοικούσε μόνος στην όχθη του ποταμού Νέδα. Είχε φτιάξει μια καλύβα με ζιφάρες στην άκρη το ποτάμι και κοιμόταν εκεί χειμώνα καλοκαίρι. Ήταν ολομόναχος στον κόσμο. Η γυναίκα του είχε πεθάνει χρόνια και παιδιά δεν είχαν. Ήταν άκληροι. Είχε υιοθετήσει ένα αγόρι, αλλά όταν πέθανε η γυναίκα του, έφυγε και αυτό. Από τότε ο γέρος έμενε μόνος και ζούσε σαν ερημίτης. Σχεδόν κάθε μέρα έπαιρνε την αξίνα και πήγαινε για ψάρεμα.

Το ποτάμι δεν είχε πολύ νερό το καλοκαίρι και μόνο σε δυο τρία παρακλάδια έτρεχε λίγο νερό. Ο γέρος πήγαινε με την αξίνα, έσκαβε και γύριζε τα νερά από το ένα παρακλάδι στο άλλο, και περίμενε ώσπου να στερέψουν τα νερά να μαζέψει τα ψάρια. Μερικές φορές έπιανε αρκετά ψάρια, άλλες όμως όχι. Πολλές φορές αποκοιμιόταν στον ίσκιο κάτω από τον πλάτανο και ένα κοπάδι από άγρια πουλιά έπεφταν στο παρακλάδι και έτρωγαν τα ψάρια. Ο γέρος έλεγε τότε: "Δεν είμαι τυχερός, πιο άτυχος από μένα δε γίνεται". Δεν το ‘βαζε όμως κάτω. Συνέχιζε να σκάβει τα παρακλάδια, πότε το ένα και πότε το άλλο, και περίμενε να στερέψουν τα νερά από τις λίμνες, για να μαζέψει τα ψάρια.
Ήταν ένας άνθρωπος αδύνατος, με βαθιές ζάρες στο πρόσωπο και στο σβέρκο. Ήταν όμως εύχαρης γέρος και κάθε μέρα σχεδόν τραγουδούσε. Σήμερα πήγε ξανά για ψάρεμα. Έκοψε τα νερά από το ένα παρακλάδι και λέει: "Θα κάτσω δω μέχρι που να στερέψουν τα νερά για να μαζέψω τα ψάρια. Δε θ’ αποκοιμηθώ γιατί θα ‘ρθούνε κείνα τα καταραμένα πουλιά και θα μου φάνε τα ψάρια. Δεν ξέρω που το καταλαβαίνουνε και μαζεύονται ένα λεφούσι από δαύτα. Να ‘χα ένα δίκαννο θα τους έριχνα και θα σκότωνα μερικά από δαύτα, μπορεί να μην ερχόσαντε πια. Έλαμ’ όμως που δεν έχω. Θα κάτσω δω στον ίσκιο κάτω από τον πλάτανο, γιατί ο ήλιος με ζαλίζει γλέπεις, και θα περιμένω μέχρι να στερέψουν τα νερά από τις λιμνούλες, για να μαζέψω τα ψάρια". Και ξάπλωσε στον ίσκιο κάτω από τον πλάτανο. Δεν πέρασε όμως λίγη ώρα και ο γέρος αποκοιμήθηκε .
Όταν ξύπνησε, ήταν αργά. Το παρακλάδι είχε γεμίσει από χιλιάδες πουλιά. Τρέχει ο γέρος προς τα κει φωνάζοντας, αλλά όταν τον είδαν τα πουλιά, πέταξαν στον αέρα. "Το ‘πα γω", λέει ο γέρος, "δεν είμαι τυχερός". Κοιτούσε τα πουλιά που έκαναν κύκλους στον αέρα και λέει: "Τόσα πολλά που είναι θα μού ‘φαγαν καμιά εικοσαριά οκάδες". Έψαξε στο παρακλάδι μήπως βρει κάνα ψάρι, αλλά δε βρήκε. "Κρίμα", λέει, "θα ‘παιρνα ένα σωρό λεφτά από δαύτα και θα πέρναγα κάμποσο καιρό. Δεν πειράζει, όμως, να φάνε θέλουνε και κείνα, αλλιώς πως θα ζήσουνε. Εγώ ταχιά θα πιάσω άλλα ψάρια. Ας κουβαλήσω τώρα κανά ξύλο στην καλύβα να ντάχω για το χειμώνα. Μπήκε Νοέβρης, γλέπεις, και ο χειμώνας έρχεται. Κι άμα δεν έχεις ξύλα, θα πουντιάσεις από το κρύο". Και κουβάλησε μερικά ξύλα στον ώμο για την καλύβα.
Ήταν παραμονή τ’ Αη-Δημητριού και ο γέρος πήγε ξανά για ψάρεμα. Έκοψε το παρακλάδι και το έβαλε καπρίτσιο τούτη τη φορά να μην κοιμηθεί και του φάνε τα πουλιά τα ψάρια. Και το κατάφερε. Δεν κοιμήθη. Μάζεψε αρκετά ψάρια και σκέφτηκε να πάει στο χωριό, που ήταν μακριά πέντε χιλιόμετρα να τα πουλήσει.
Στη μέση του δρόμου καθόταν ο γερο-Σμυρνής με τη γυναίκα του. Είχαν νερόμυλο εκεί που αλέθουν κάπου κάπου οι χωριάτες. Ο γερο-Σμυρνής με τη γυναίκα του έμεναν εκεί χειμώνα καλοκαίρι. Δεν είχαν, βέβαια, και που αλλού να πάνε. Παιδιά δεν είχαν, ήταν άκληροι και αυτοί. Ο μύλος δεν είχε και πολλή δουλειά και ίσια που ψωμοζούσαν. Άλεθαν κάπου κάπου οι χωριάτες κάνα πλευρό κούκλα ή κριθάρι για τα ζωντανά τους. Σιτάρι άλεθαν πολύ λίγο.
Ο γέρος τοίμασε τα ψάρια, τα έβαλε σε ένα κοφίνι και ξεκίνησε για το χωριό. "Ας περάσω και από το μύλο", λέει, "μια και πα προς τα κει, να δω και το γερο-Σμυρνή με τη γυναίκα του τι κάνουν. Έχω πολύ καιρό να τους δω. Λε να τους δώκω και κανά ψαράκι να φάνε κι αυτοί οι δύστυχοι. Θα μου πεις πως κείνοι δεν είναι σαν και μένα. Το ξέρω. Κείνοι είναι δύο και έχουνε και το μύλο, ενώ εγώ είμαι μόνος και παντέρημος στον κόσμο. Αλλά πως να ντο κάμουμε, αντρώποι είμαστε και πρέπει να τηράει ο ένας τον άλλονε. Γέροι αντρώποι είναι και κείνοι γλέπεις και δουλεύουνε μέρα και νύχτα για να βγάλουνε ένα κομμάτι ψωμί. Γι’ αυτό πρέπει να πα".
Έφτασε ο γέρος στο μύλο και φώναξε της γρια-Σμυρνίνας: "Έλα", της λέει, "πάρε τούτα τα ψαράκια, να τα τηγανίσεις, να φάτε αποσπερού με το γέρο σου". Και της έδωσε μερικά ψάρια.
Τον παρακάλεσαν και οι δυο τους να κάτσει να φάνε μαζί και ο γέρος τους λέει:
- "Όχι, δε θα κάτσω, γιατί θέλω να πα στο χωριό να πουλήσω τα ψάρια, κι άμα ξεμπλέξω γλήγορα μπορεί να περάσω".
- "Χάιντε, και μεις θα σε περιμένουμε".
Πήγε ο γέρος στο χωριό και αφού πούλησε τα ψάρια γύρισε στο μύλο. Όταν τον είδε η γρια-Σμυρνίνα, κοσκίνισε μερικά κουκλάλευρα και έφτιαξε μια μπομπότα, ξεθραγκούνησε τη φωτιά και την έριξε κάτω. Τη σκέπασε με στάχτη και κάρβουνα και την άφησε να ψηθεί. Σε συνέχεια έφερε το τηγάνι να τηγανίσει τα ψάρια. Έβαλε και το σοφρά κοντά στη φωτιά και γύρω από το σοφρά τρία κουσιά για να καθίσουν να φάνε.
Όταν ψήθηκε η μπομπότα, την έβγαλε, τίναξε τη στάχτη που είχε κολλήσει πάνω, και τη δίπλωσε με ένα ρούχο. Έριξε τα ψάρια σε ένα πήλινο πιάτο και τα έβαλε στο σοφρά. Έκοψε και τη μπομπότα με τα χέρια της σε κομμάτια και έβαλε από δυο στον καθένα. Κάθισαν και οι τρεις κοντά στο σοφρά και άρχισαν να τρώνε.
- "Να ‘χαμε και λίγο κρασί να πίναμε", λέει η γρια-Σμυρνίνα, "αλλά δεν έχουμε".
- "Δεν πειράζει", λέει ο γέρος, "θα πιούμε νεράκι, που δε βλάφτει κιόλας".
Αφού απόφαγαν, συζήτησαν λίγη ώρα ακόμη και ο γέρος σηκώθη.
- "Τί, θα φύγεις;", του λέει ο γερο-Σμυρνής.
- "Ναι, θα φύγω".
- "Όχι, να μη φύγεις", του λέει η γρια-Σμυρνίνα. "βλέπω τον καιρό να χαλάει. Θα ‘χουμε βροχές αποσπερού. Πρωτύτερα, που λέτε, είδα τα γουρούνια να κυλιόνται, κι άμα κυλιόνται τα γουρούνια κάνει κακό καιρό. Το ‘χω βάλει παρατήργιο, αποσπερού θα χαλάσει ο κόσμος. Και ο κόκορας λάλησε και κείνος αποβραδίς, κακό σημάδι. Τα κοκόρια και τα γουρούνια δε γελιούνται. Ταχιά είναι τ’ Αη- Δημητριού, γλέπεις, και ο Αη-Δημήτρης καμία βολά ρίνει και χιόνι. Γι’ αυτό, σου λε, κάτσε δω αποσπερού και ταχιά φεύγεις".
Τον παρακάλεσε και ο γερο-Σμυρνής να κάτσει, αλλά ο γέρος δεν ήθελε.
- "Κάτσε που σου λε", του λέει η γρια-Σμυρνίνα. "Θα σου στρώσω κει πάνου στα φλίτσια και θα σου ρίξω και μπόλικα σκουτιά να κοιμηθείς καλά.
Ο γέρος, όμως, επέμενε να φύγει και σηκώθη.
- "Να πας στο καλό κάνεμ", του λένε και οι δύο, "και καλή ταχινή. Ο Άη-Δημήτρης θα σε φυλάει από κάθε κακό".
Ο γέρος, αφού τους ευχαρίστησε για την περιποίηση που του έκαναν, τους καληνύχτισε και έφυγε. Έφτασε στην καλύβα του και ξάπλωσε κάτω να κοιμηθεί. Μετά από λίγη ώρα, μαύρα σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό, και άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες της βροχής.
Σε συνέχεια άρχισε να μπουμπουνίζει και να αστράφτει, χαλούσε ο κόσμος. "Ας μπάσω μερικά ξύλα στην καλύβα", λέει ο γέρος, "να ντα ‘χω την αυγή για τη φωτιά". Και έβαλε μερικά στην καλύβα. Όσο περνούσε η ώρα, τόσο η βροχή δυνάμωνε. Το ποτάμι, από τα πολλά νερά που κατέβαζαν τα ρέματα, ξεχείλισε και σάρωνε ό,τι έβρισκε μπροστά του. Και σαν να μην έφτανε αυτό, σηκώθη και ένας αέρας, μα τι αέρας, σίφουνας, που ήρθε ν’ αποτελειώσει ό,τι απόμειναν από τα νερά του ποταμού. Έσπαγε και ξερίζωνε δένδρα και κατέστρεφε ό,τι έβρισκε μπροστά του. Άρπαξε και την καλύβα του γέρου και την εξαφάνισε. Το γέρο τον πέταξε με δύναμη στα σκίντα. Βροχή και αέρας συνέχισαν σχεδόν μέχρι το πρωί. Έγινε μεγάλη καταστροφή.
-"Ο Αη-Δημήτρης το ‘κανε το θάμα του, γριά", λέει ο γερο-Σμυρνής στη γυναίκα του. "Δεν άφηκε τίποτα αποσπερού, θα μας έκοψε και τη δέση, δε γλέπω να 'ρχεται νερό στο μυλαύλακο".
- "Κάμε το σταυρό σου, γέρο, που είμαστε ζωντανοί. Δε λες πως δε μας γκρέμισε και το μύλο, τι θα γινόμαστε; Το κοτέτσι μαζί με τις κότες και τον κόκορα τα εξαφάνισε, πάνε χαθήκανε. Ούτε φαίνεται πουθενά τίποτα.
-"Ο φουκαράς ο γέρος να ‘ναι τος ή μη ντο μπήρε το ποτάμι. Δε θέλησε ο δόλιος να κάτσει εδώ αποσπερού. Αν δε φανεί μέχρι το γιόμα, γριά, λε να πεταχτώ μια βόλτα μέχρι εκεί να δω".
- "Ναι, πρέπει να πας", του λέει η γριά του. "Πέρασε το γιόμα και ο γέρος δε φάνηκε ακόμα, γέρο, και, για να μη φανεί, κάτι κακό θα ντόνε βρήκε".
"Θα πεταχτώ μέχρι εκεί, γρια, της λέει ο γερο-Σμυρνής", και τράβηξε για την καλύβα του γέρου.
Την καλύβα δεν την βρήκε εκεί. Δε βρήκε όμως ούτε και τον γέρο. Άρχισε να φωνάζει, μήπως ήταν εκεί γύρω, αλλά απάντηση δεν πήρε. Πιο πέρα στα σκίντα βλέπει ένα μπουλούκι από άγρια πουλιά, και πήγε προς τα κει να δει. Εκεί βλέπει το γέρο πεσμένο ανάσκελα και να κοιτάει τον ουρανό. Μάτια, όμως, δεν είχε. Του τα ‘χαν βγάλει τα πουλιά.

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2018

ΠΝΕΥΜΑΤΙΣΤΙΚΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΣΟΥΡΗ. Διακρίνονται, από αριστερά, οι Γεώργιος Σουρής, Μπάμπης Άννινος και Γεώργιος Δροσίνης. Όρθιοι δεξιά, ο Νικόλαος Επισκοπόπουλος και ο Ανδρέας Καρκαβίτσας



Dionisis Vitsos
ΑΘΗΝΑ
ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ΜΠΟΥΚΕΤΟ" με την είδηση

Την 1η Σεπτεμβρίου του 1891, ο ποιητής Γεώργιος Σουρής, έκανε μετακόμιση από την Αθήνα νέο του σπίτι στο Φάληρο.  Κατά τη μεταφορά των επίπλων του, χάθηκε το περίφημο βαλιτσάκι του, το οποίο δεν το αποχωριζόταν ποτέ από πάνω του και περιείχε κομμάτια από το κατά καιρούς έργο του. Έφαγε τον τόπο για να το βρει χωρίς αποτέλεσμα.
Ένα βράδυ, που οι λόγιοι της εποχής ήταν συγκεντρωμένοι στο φιλόξενο σπίτι του, ο Ιωάννης Πολέμης πρότεινε να φέρουν ένα τραπεζάκι, από αυτά που χρησιμοποιούσαν για τις πνευματιστικές συνεδρίες, ώστε να εντοπίσουν το απολεσθέν αντικείμενο. Αφού ολοκληρώθηκε η διαδικασία, προφήτευσε ότι το ανεκτίμητο βαλιτσάκι θα βρισκόταν, όπως και πραγματικά συνέβη λίγο αργότερα, αλλά με το μισό περιεχόμενό του.
Ο Ιωάννης Πολέμης είχε το χάρισμα της αυτοΰπνωσης. Χρησιμοποιούσε τη γραφίδα του και ένα φύλλο χαρτιού, αυτοσυγκεντρωνόταν, έπεφτε σε ύπνωση κι έπειτα, με πολύ μεγάλη ευκολία, έγραφε τους στίχους του.
Μια βραδιά, που οι λόγιοι-πνευματιστές της Ελλάδας είχαν συγκεντρωθεί εκ νέου, αποφάσισαν να καλέσουν το πνεύμα της αρχαίας ποιήτριας Σαπφούς, η οποία, με το χέρι του Ιωάννη Πολέμη, έγραψε τα ακόλουθα:
“Το φέγγος της Σελήνης ασημώνει τον θάνατό μου.
Το κύμα της θάλασσας γίνηκε το ερωτικό κρεβάτι μου.

Δεν είδα τη Λέσβο.
Το άστοργο κύμα δεν με μετέφερε εκεί”.

Οι λόγιοι είχαν καλέσει και το πνεύμα του Βίκτωρος Ουγκώ, το οποίο, δια μέσω του Πολέμη, τους μετέφερε τους εξής στίχους:
“Ψυχή αγνή εστάλη από τον ουρανό,

το πυρ εις το κενό απέμεινεν αιθάλη.
Οπόταν επιστρέψεις εις τον χρυσούν σου θρόνον,
να σπλαχνιστείς τον πόνον, όνπερ γεννά η σκέψις.
Θνητέ, θνητέ, μη ζήτει εις των σοφών τα ρήματα.
Τα του Υψίστου κρίματα, όσο Χριστός κηρύττει”.

Ένα βράδυ, ο Ιωάννης Πολέμης καταλήφθηκε από τη διάθεση να εξαφανιστεί υπνωτιζόμενος. Παρακάλεσε, λοιπόν, τους φίλους του να βγουν από τη σάλα του Σουρή, προκειμένου να αυτοσυγκεντρωθεί κι εκείνοι, φυσικά, υπάκουσαν. Δεν πέρασαν, όμως, λίγα λεπτά και ξαφνικά ακούστηκε ο χαρακτηριστικός γδούπος ενός σώματος που πέφτει καταγής. Οι λόγιοι μπήκαν τρέχοντας στη σάλα και βρήκαν τον Πολέμη πεσμένο χάμω, σαν νεκρό.
Μάταια όπως είπε ο Σουρής σ’ έναν δημοσιογράφο, προσπαθούσαν να τον σηκώσουν. Το σώμα του έμοιαζε σαν καρφωμένο στερεά στο πάτωμα. Τότε, πίστεψαν πως η ψυχή του φίλου τους βρισκόταν μακριά από το κορμί του και βάλθηκαν να περιμένουν με ανυπομονησία, ώστε να επιστρέψει.
Όταν ο Ιωάννης Πολέμης συνήλθε, διηγήθηκε στους φίλους του ότι είχε απλώς μεταφερθεί στο σπίτι του και περιέγραψε με περισσή ευκολία και άκρως λεπτομερειακά τι είχε δει εκεί. Την επόμενη ημέρα, οι λόγιοι έσπευσαν να διασταυρώσουν τα λεγόμενα του Πολέμη, "ανακρίνοντας" την αδερφή του, που τους είπε πως λέει αλήθεια κι ότι στο διάστημα της εξαφάνισής του τον είδε η ίδια στο σπίτι τους. 
Ο διακεκριμένος Ψυχίατρος της εποχής, Σίμων Αποστολίδης, όταν ενημερώθηκε για το παραπάνω παράδοξο περιστατικό, ζήτησε να εξετάσει τον Πολέμη. Μετά είπε στους δημοσιογράφους:
“Το περίεργο είναι ότι ο Ιωάννης Πολέμης κατέχεται από αυθυποβολή, ακόμα και εν εγρηγόρσει, πράγμα σπανίως παρατηρούμενο σε υστερικούς. Μα, το ακόμα πιο περίεργο είναι ότι διατηρεί την ανάμνηση των γινομένων κατά την υπνωτική του κατάσταση, ενώ άλλοι χάνουν εντελώς τη μνήμη, όταν επανέλθουν στη φυσική τους κατάσταση”.
~~~~~~~
[Η είδηση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “ΜΠΟΥΚΕΤΟ”, στις 20/11/1930]
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ:
-ΠΝΕΥΜΑΤΙΣΤΙΚΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΣΟΥΡΗ. Γύρω από το τραπεζάκι διακρίνονται, από αριστερά, οι Γεώργιος Σουρής, Μπάμπης Άννινος και Γεώργιος Δροσίνης. Όρθιοι δεξιά, ο Νικόλαος Επισκοπόπουλος και ο Ανδρέας Καρκαβίτσας.
- Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΟΛΕΜΗΣ

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2018

"ΣΤΟ ΜΙΚΡΟ ΜΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟ", με 74 ποιήματα, που κυκλοφορεί δωρεάν σε e-book της Ζαχαρούλας Γαϊτανάκη

Zacharoula Gaitanaki
Ζώνη Αρκαδίας


Ήταν το καλοκαίρι του 2001 όταν κυκλοφόρησε η πρώτη μου ποιητική συλλογή, τα "Ανόμοια Τοπία". Πόση χαρά πήρα τότε για αυτή την εμφάνισή μου - με ένα έστω και ολιγοσέλιδο βιβλίο - στα Ελληνικά Γράμματα! Πέρασαν χρόνια πολλά από τότε και σήμερα, είμαι στην ευχάριστη θέση να καλωσορίσω, να υποδεχτώ θερμά, τη δεύτερη συλλογή μου, "ΣΤΟ ΜΙΚΡΟ ΜΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟ", με 74 ποιήματα, που κυκλοφορεί δωρεάν σε e-book και μπορείτε να την διαβάσετε αν μπείτε στην Αρχική σελίδα του ιστολογίου μουhttps://zaharoulagaitanaki.wordpress.com. Γράφω στον Πρόλογό μου γι' αυτήν, ότι είναι
ΕΝΑ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΚΕΡΑΣΜΑ ΑΓΑΠΗΣ

Στο μικρό μου γραφείο καθισμένη, κάποιες γόνιμες ώρες, που η Μούσα μου έρχεται να με επισκεφτεί και να μου χαρίσει πολλά ερεθίσματα έμπνευσης, εκεί γράφτηκαν αυτά τα ποιήματα, που περιέχονται σε αυτή την ηλεκτρονική έκδοση.
Είναι ποιήματα γραμμένα σε παραδοσιακό στίχο και καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων και εποχών. Απευθύνονται σε κάθε φίλο της Ποίησης, με κύριο στόχο να κερδίσουν την προσοχή του, να προκαλέσουν το ενδιαφέρον του και να τον συγκινήσουν. Μέσα σε λίγους στίχους, προσπάθησα να στείλω ξεκάθαρα μηνύματα και να μιλήσω για την Αγάπη, την Ομορφιά, την Καλοσύνη, το Φως, την Ανθρωπιά, την Ειρήνη, τον Σεβασμό, τη Ζωή… 
Αναφέρομαι όμως και στα πάθη των ανθρώπων, στη φτώχεια, στη σκληρότητα της καθημερινότητας, στον αγώνα για επιβίωση, στα γηρατειά, στη μοναξιά… Το ζητούμενο θα είναι πάντα η αναζήτηση της Ευτυχίας, μίας καλύτερης ζωής για όλους μας, αλλά και η αναπτέρωση της Ελπίδας που θα διαλύσει το φόβο και την απόγνωση από τις ανθρώπινες καρδιές…
Στο μικρό μου γραφείο, στίχους γράφω και μοιράζομαι μαζί σας, σαν ένα κέρασμα Αγάπης και ένα κάλεσμα επικοινωνίας, σε μια ιδιαίτερα αντιποιητική, μοναχική και σκληρή εποχή.
~~~~~~~~
Από τον "Φιλολογικό Λούσιο" πολλές ευχές να είναι καλοτάξιδη !!!
\

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2018

ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ, Η γυναίκα που δεν επικαλέστηκε ποτέ το ανεύθυνο της άγνοιας

Χρήστος Ζουλιάτης

''έφυγε'' ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ, το 1988
ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ, Η γυναίκα που δεν επικαλέστηκε ποτέ το ανεύθυνο της άγνοιας, 

Ήταν το μικρότερο παιδί του δημοσιογράφου και διανοούμενου Στυλιανού Αλεξίου. Αδέλφια της η Γαλάτεια (αργότερα πρώτη σύζυγος του Νίκου Καζαντζάκη), ο Ραδάμανθυς (αργότερα παντρεύτηκε την κόρη του Ζορμπά) και ο Λευτέρης - ένας ακόμη λογοτέχνης στην οικογένεια. Ανιψιός της ήταν ο Παύλος Σιδηρόπουλος (Η μητέρα του Παύλου ήταν κόρη του Ροδάμανθυ, αδερφού της Έλλης Αλεξίου).

Η ίδια γράφει: "Στα βιβλία μου αποτυπώθηκαν οι πρώτες εμπειρίες μου από την τραγική ανισότητα που μας περιβάλλει. Όταν διορίστηκα δασκάλα σε δημοτικό σχολείο στο Ηράκλειο, βρέθηκα σε μια ατμόσφαιρα απύθμενης δυστυχίας, πρωτόγνωρης, που χτύπησε ανελέητα την πιο αθώα πλευρά της ζωής, τα μικρά παιδιά. Tα παιδιά σα να με τραβούσαν από το φόρεμα και απαιτούσαν να ζητήσω το δίκιο τους. Δεν μπορούσα να επικαλεστώ το ανεύθυνο της άγνοιας. Από τα πρώτα κιόλας βιβλία μου συμμάχησα με τους αδύνατους και τους αδικημένους. Και τη συμμαχία αυτή την κράτησα πιστά σ’ όλη μου τη ζωή".
Έμενε εδώ δίπλα, στο γραφείο μου, σε μια πάροδο της Λ. Αλεξάνδρας και φυσικά την απαθανάτισα (ευτυχώς) σε κάποια εκδήλωση για να μείνει στην ιστορία. Και το λέω αυτό γιατί, σπάνια θα δούμε φωτογραφία της να κυκλοφορεί. Βλέπετε, το σύστημα δεν την αγαπούσε γιατί, σε όλη της τη ζωή, το πολέμησε, κυρίως, με τον γραπτό της λόγο. Συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση μέσω του ΕΑΜ Λογοτεχνών. Μετά από αναγκαστική προσφυγιά, λόγω των επανειλημμένων διώξεων που υπέστη από την ανάμιξή της σε προοδευτικά κινήματα, επέστρεψε στην Ελλάδα το 1962. Αργότερα όμως συνελήφθη και το 1965 βρέθηκε στις φυλακές Αβέρωφ.

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2018

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ (1853-1919)

Dionisis Vitsos
ΖΑΚΥΝΘΟΣ
ΤΣΟΥΤΣΟΥΝΑΤΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ

«...και ήλθαν τότε βουλευτές διάσημοι στο κράτος,
εν οις και ο αείμνηστος της Μέσης Τσουτσουνάτος
που τόνομά του έκαμε μεγάλαις ιστορίαις
κι΄ ωμίλησαν περί αυτού προ πάντων οι κυρίαις.»
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ(1853-1919)


[ΖΕΡΒΟΣ ΤΣΟΥΤΣΟΥΝΑΤΟΣ: Παλαιός βρακοφόρος βουλευτής της Κέρκυρας αμέσως μετά την ενσωμάτωση των Ιονίων Νήσων με την Ελλάδα, το 1865.
Εκπροσωπούσε την επαρχία Μέσης.
Ο Τσουτσουνάτος ήταν τότε ο κατ΄ εξοχήν σατιριζόμενος βουλευτής του ελληνικού κοινοβουλίου, από τους δημοσιογράφους, γελοιογράφους και σατιρικούς ποιητές της ίδιας περιόδου, τόσο για τη χωρική του εμφάνιση, με βράκα και ψάθινο καπέλο και την τραγουδιστή επτανησιακή προφορά του, όσο κυρίως από το «περίεργο» του επιθέτου του.]

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2018

Αφιέρωμα στον ποιητή και φιλόσοφο Γιώργο Σαραντάρη – Πρακτικά Ημερίδας, Αθήνα 2013 και Θεσσαλονίκη 2016

Γιώργος Σαραντάρης: Τρία βιβλία

Αφιέρωμα στον ποιητή και φιλόσοφο Γιώργο Σαραντάρη – Πρακτικά Ημερίδας, Αθήνα 2013 και Θεσσαλονίκη 2016
Έχουμε στα χέρια μας τρία βιβλία των Εκδόσεων Εκάτη και τα τρία αφορούν τον ποιητή Γιώργο Σαραντάρη. Το ένα και ογκωδέστερο είναι το Αφιέρωμα στον ποιητή και φιλόσοφο Γιώργο Σαραντάρη και περιλαμβάνει τα πρακτικά δύο ημερίδων που έγιναν, η μία στην Αθήνα το 2013 και η δεύτερη στη Θεσσαλονίκη το 2016 (έκδοση 2018).
Το Αφιέρωμα ανοίγει με τον πολύ προσεγμένο και εμπεριστατωμένο Πρόλογο της Φανής Καζαντζή, αναπληρώτριας καθηγήτριας της Ιταλικής και Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Α.Π.Θ. και μέλους του Δ.Σ. του Πολιτιστικού Συλλόγου «Γιώργος Σαραντάρης». Τίτλος της Καζαντζή μια φράση από τη Σοφία Σκοπετέα «…Το συνεχές ανάμεσα στο έργο και τον βίο του…» και αρχή του κειμένου της ένα απόσπασμα από τον λόγο του Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλου, καθηγητή Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και ακαδημαϊκού, το οποίο εκφώνησε στην επέτειο των εβδομήντα χρόνων από τη γέννηση του ποιητή, στο Λεωνίδειο Κυνουρίας. Από το απόσπασμα δανείζομαι ψηφίδες: «είναι μοναδικός», «έχει ανοίξει δικό του δρόμο», «Ήταν αγαπητός… φίλτατος… ταπεινός… ήταν ο πρώτος μεταφυσικός λυρικός ποιητής της νεωτέρας Ελλάδος […] Ενώ ζει μεταφυσικώς, ζει συγχρόνως έντονα τη φυσικότητα της ζωής». Όπως έλεγε ο ίδιος, «η ποίηση δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ζωή».
Ο Σαραντάρης, γράφει η Καζαντζή, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, καταγόταν από την Τσακωνιά, ταξίδεψε στην Μπολόνια, όπου σπούδασε φιλοσοφία, ιταλική και γαλλική ποίηση και ελληνικά μέσα στο σπίτι, επέστρεψε στην Ελλάδα το 1931, συνδέθηκε με τους διανοουμένους και λογοτέχνες της γενιάς του ’30 στην Αθήνα και τους νεωτερικούς ποιητές της Θεσσαλονίκης. Η ποίησή του ξένισε το ποιητικό περιβάλλον της εποχής, ωστόσο, Ελύτης, Πεντζίκης, Καρέλλη διαισθάνθηκαν το κάτι νέο που έφερε στον χώρο η γραφή του. Με τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο επιστρατεύτηκε και πέθανε από τις κακουχίες τον Φεβρουάριο του 1941, στα 33 του χρόνια. Παρά τη σύντομη ζωή του, άφησε έργο σπουδαίο και μεγάλο, όπως απέδειξε η έρευνα της Σοφίας Σκοπετέα.
Το 2008 γεννιέται η ιδέα για την ίδρυση σωματείου, με σκοπό την προβολή του έργου του εκ Λεωνιδίου ποιητή. Η γνωστή καλλιτέχνις Νένα Βενετσάνου καταθέτει τη μαρτυρία της, στο περιοδικό Μανδραγόρας (τχ. 48, 2013), από όπου η Καζαντζή επιλέγει τα ονόματα της εξαδέλφης και της ανιψιάς του ποιητή, Λούλας Καλοδίκη-Μίχα και Εύης Καλοδίκη, όταν με τον α’ τόμο της Σοφίας Σκοπετέα στα χέρια αποφάσισαν πως «μια συσπείρωση όσων γνωρίζουν και έχουν εργαστεί πάνω στο έργο του θα βοηθούσε και στη διάδοσή του». Το Σωματείο επικυρώνεται νομικά το 2010. Επίτιμος πρόεδρος ανακηρύσσεται ο ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος και επίτιμα μέλη η ποιήτρια Ολυμπία Καράγιωργα και ο Τάσος Ψαρράς «γιατί με την έρευνα και το καλλιτεχνικό έργο τους συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάδειξη και στη διάδοση του παραγκωνισμένου έργου του Γ. Σαραντάρη, αλλά και της ιδιαίτερης και ανατρεπτικής προσωπικότητάς του». Η Καράγιωργα για το πολύ σημαντικό βιβλίο της Γιώργος Σαραντάρης ο μελλούμενος (Εκδόσεις Δίαυλος, 1995) και ο Τάσος Ψαρράς για την έρευνα, το σενάριο και τη σκηνοθεσία στην τηλεοπτική εκπομπή Εποχές και Συγγραφείς, αφιερωμένη στον Γιώργο Σαραντάρη (ΕΤ1, 2010).
Με τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο επιστρατεύτηκε και πέθανε από τις κακουχίες τον Φεβρουάριο του 1941, στα 33 του χρόνια. Παρά τη σύντομη ζωή του, άφησε έργο σπουδαίο και μεγάλο, όπως απέδειξε η έρευνα της Σοφίας Σκοπετέα.
Στα χρόνια που θ’ ακολουθήσουν θα γίνουν πολλές εκδηλώσεις, θα οργανωθεί ιστοσελίδα από την Άρτεμη Τσιτούρη, giorgos-sarantaris.org, επιστημονική ημερίδα στη Στοά του Βιβλίου το 2013, υποστηριζόμενη από το περιοδικό Μανδραγόρας, και δεύτερη ημερίδα στη Θεσσαλονίκη το 2016, με τη συμμετοχή του Πανεπιστημίου, καλλιτεχνικών εταιρειών και φορέων, καθώς και του Κρατικού Θεάτρου. Ο ηθοποιός Κώστας Καστανάς απήγγειλε ποιήματα του Σαραντάρη και τα μελοποιημένα του τραγούδησε η Νένα Βενετσάνου, την οποία συνόδευσε με την κιθάρα του ο μουσικός Κώστας Χατζόπουλος.
Το βιβλίο, πέραν του προγράμματος και των κειμένων των δύο Ημερίδων, περιέχει πλούσιο φωτογραφικό υλικό.
Στην πρώτη εισήγηση, με τίτλο «Ανάπειρος κιλαϊδισμός και λιγοζωισμένος», ο Βασίλης Αλεξίου, επίκουρος καθηγητής Θεωρίας της Λογοτεχνίας στο Α.Π.Θ., καταθέτει «τέσσερις μικρές παρατηρήσεις για την ποίηση του Γιώργου Σαραντάρη». Ο όρος «ανάπειρος» οφείλεται στον Πεντζίκη και δίνεται με την έννοια του «αφελούς», ενώ ο «λιγοζωισμένος» κυριολεκτεί, αλλά και υποδηλώνει ένα είδος μιας «ιδιόμορφης παραλληλίας του Σαραντάρη με τον Σολωμό». Στο κείμενο γίνεται λόγος για την «αντίσταση της γλώσσας», τις ανταύγειες του μεταφυσικού στην ποίησή του και τη διαρκή υπόμνηση ενός Χρέους. Από τις παρατηρήσεις του επιλέγω: 1. «Το συνεχές βίου και έργου», φωνή που ταυτίζεται με την ύπαρξη, μίλησε με ελάχιστα περί των μεγίστων. 2. Το έργο του είναι «έκκεντρο» και «ανάδελφο» σε σχέση με την υπόλοιπη λογοτεχνική παραγωγή. 3. Στόχος της ποίησής του είναι η έκφραση της αλήθειας, «η ποίηση είναι η γνώση μιας πραγματικότητας… που συνδυάζει παρελθόν, παρόν και μέλλον». 4. Σχόλιο για τον διαλογικό χαρακτήρα, η ποίηση μια μορφή συνομιλίας, και η Ηρώ Τσαρνά παραλληλίζει την πολυφωνία στο έργο του Ντοστογιέφσκι «που τείνει ασταμάτητα προς μια ιδανική ομοφωνία, στην οποία δεν θα φτάσει» με εκείνην που «εν μέρει αντηχεί κατά τον ίδιο τρόπο, μέσα στο έργο του Σαραντάρη». Τέλος: «η ποίηση είναι εκείνος ο εαυτός μας που δεν κοιμάται ποτέ».
Ο Σωτήρης Γουνελάς, ποιητής-συγγραφέας, γράφει το φιλοσοφικό δοκίμιο Έρωτας και θάνατος στο έργο του Γιώργου Σαραντάρη. «Έρωτας, αγάπη, θάνατος κατά βάσιν είναι ένα και το ένα αυτό λέγεται ζωή». Πρωταρχικό ρήμα για τον Σαραντάρη δεν είναι ούτε το σκέφτομαι ούτε το υπάρχω αλλά το ζω, γιατί ο άνθρωπος που ζει, η ύπαρξη, έχει συνείδηση, όχι η συνείδηση ύπαρξη. Ο άνθρωπος ζει ανάμεσα στις πραγματικότητες του είναι και της ανυπαρξίας. Η ηδονή «χρειάζεται σαν πλήρωμα του βίου σαν κυκλική εμπειρία της ζωής και του θανάτου ενός ατόμου». Τέλος, ο Σαραντάρης δεν καταδέχεται να αντικρίσει τη γυναίκα μονάχα «με το γήινό της περίβλημα, αλλά την αντικρίζει και με το άλλο, το άπιαστο, το μυστηριακό».
Η σπουδαία νεοελληνίστρια Μαρία Καρακάουζι, καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο του Παλέρμο, μας γράφει για τον «Σαραντάρη στην Ιταλία». Είναι αυτός που πρώτος γνώρισε στο ιταλικό κοινό τον Καβάφη. Μας ενημερώνει για τις σχέσεις του με τους Ιταλούς ομοτέχνους του, τις συνεργασίες του στο ελληνοϊταλικό περιοδικό Olimpo κατά τα έτη 1936-1939, τα άρθρα που δημοσίευσε εκεί για τον Λεοπάρντι, του οποίου σχολιάζει τη διαύγεια, και του Ντανούντσιο τον αισθησιασμό, ελεύθερο από την έννοια της αμαρτίας και της ενοχής. Για τη συμπάθεια και το ενδιαφέρον του προς τον Ουγκαρέτι, που κατέληξε σε μια βαθιά σχέση. Παραθέτει ιταλικά ποιήματα του Σαραντάρη, από τα οποία επιλέγω το ως φόρο τιμής στον Leopardi: «Amabile chiaroaveggente luna/ fermata sul cammino/ ed offrimi un raggio più bianco/ dei raggi che versi dei colli», «Εράσμια, μάντισσα σελήνη, στάσου στην πορεία μου επάνω/ και δώσε μου μια αχτίδα πιο λευκή/ από κείνες που σκορπάς στους λόφους» (21 Ιουλίου 1930). Κι ακόμα ένα: «Tutta la gioia/ Una curva/ L’amore/ Una violenza/ Pioggia/ Fuoco/ Splende/ Sui miei pensieri/ Una sirena/ E miscompone/ il cuore», «Όλη η χαρά/ μια καμπύλη/ Ο έρωτας/ Μια βία/ Βροχή/ Φωτιά/ Λάμπει/ στις σκέψεις μου απάνω/ Μια γοργόνα/ κι αναστατώνει/ την καρδιά μου» (27 Μαρτίου 1937). Και η Καρακάουζι τελειώνει με ένα ποίημα που έγραψε ο Σαραντάρης στις 26 Μαΐου 1940, από το οποίο επιλέγω την αρχή και το τέλος: «Ακόμα δεν μπόρεσα να χύσω ένα δάκρυ/ Πάνω στην καταστροφή/ δεν κοίταξα ακόμα καλά τους πεθαμένους/ Δεν πρόφτασα να δω πώς λείπουνε […] Σαν τίποτα να μην είχε γίνει/ Σαν η μάχη να μην έχει περάσει πάνω απ’ τα κεφάλια μας».
Πρωταρχικό ρήμα για τον Σαραντάρη δεν είναι ούτε το σκέφτομαι ούτε το υπάρχω αλλά το ζω, γιατί ο άνθρωπος που ζει, η ύπαρξη, έχει συνείδηση, όχι η συνείδηση ύπαρξη.
Ακολουθεί το κείμενο «Η άλλη χαρά», στο οποίο ο ποιητής και δοκιμιογράφος Δημήτρης Κοσμόπουλος χαρακτηρίζει τον Σαραντάρη «κομβικό ποιητή» για τον ελληνικό μοντερνισμό, αλλά με «άγουρο έργο», λόγω της ανολοκλήρωτης υπαρξιακής του δίψας. Λέει επίσης ότι ο Σαραντάρης είναι ο επιλεγμένος από τον Θεό για την κατάκτηση της οριστικής αλήθειας, όπως περίπου είχε πει ο Ταρκόφσκι για τον καλλιτέχνη. Η Δημιουργία είναι η αποκάλυψη της παρουσίας του Θεού. Ωστόσο, παρά το ανολοκλήρωτο του έργου του, είναι θαυμαστή η ωριμότητα μερικών ποιημάτων του, όπου αποκρυπτογραφείται η στοχαστική του αγωνία. «Έπραξε όσα του έδωσε ο Θεός. Και μπόρεσε πολύ περισσότερα… Το όραμά του μας επιβάλλει να τον διαβάσουμε προσεκτικότερα», γράφει ο Κοσμόπουλος.
Η Έλσα Λιαροπούλου, φιλόλογος-συγγραφέας, γράφει για την «Αντίσταση στο εφήμερο». Τονίζει την αυτονομία του ποιητικού από το φιλοσοφικό έργο, «άλλη η γλώσσα της φιλοσοφίας, άλλη εκείνη της ποίησης; Άλλη. Κι ας νιώσει όποιος μπορεί, με όποιον τρόπο, την αλήθεια του ανθρώπου!». Ο Σαραντάρης δεν γράφει για τη στιγμή. Υπερασπίζεται με θέρμη το επέκεινα, το πεδίο της υπέρτατης δύναμης και του αγαθού, ζει το υπερβατικό και φαντασιακό, δεν το αφηγείται. Είναι προφανής η πλατωνική θεωρία, η ψυχή-πουλί που έλκεται από τον ουρανό και δεν παρασύρεται από τα φαινόμενα. Η αντίσταση στο εφήμερο είναι μία διαρκής ποιητική πράξη, που δεν υποστηρίζεται μόνο από τη μορφή και το περιεχόμενο της ποίησής του, αλλά από την καθημερινή του ενασχόληση με την ποίηση.
Ο Γιώργος Ν. Παπαθανασόπουλος, συγγραφέας-δημοσιογράφος, μας παραθέτει μια φανταστική συνέντευξη, αφού πρώτα επισκέφτηκε τόπους και σπίτια όπου έζησε ο ποιητής –Μονταπόνε, Λιβόρνο, Τριέστι– αναζήτησε τους προγόνους του, παρατήρησε τα αντικείμενα, κοίταξε τα βιβλία στη βιβλιοθήκη του, τα πορτρέτα των προγόνων του, τα έργα τέχνης στους τοίχους, περιέγραψε λεπτομερώς τους χώρους και τα προσωπικά αντικείμενα, τις επιστολές του και διάβασε με προσοχή τις πηγές. Με το υλικό αυτό έστησε μια «ζωντανή» ευλογοφανή συνέντευξη.
Ο Στέφανος Ροζάνης, καθηγητής φιλοσοφίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, καταθέτει τέσσερις «Παραγράφους» για τον Γιώργο Σαραντάρη: Είναι ο πιο απωθημένος ποιητής της μοντερνικής μας παράδοσης. Εκφράζει μια «θέα του κόσμου» απέναντι στο «ηλίθιο τίποτε», από όπου «εκπηγάζει η χαρά της ζωής […] και το σχήμα του θανάτου». Ο λυρισμός του είναι κριτικός, η χαρά της ζωής και ο θάνατος «συμπορεύονται […] με το ηδυπαθές τραγούδι του κύκνου πριν πεθάνει». Τέλος, διαφοροποιεί τον λυρισμό του Σαραντάρη από τον λυρισμό του Ελύτη και του Εμπειρίκου, διότι ο λυρισμός του Σαραντάρη εισχωρεί βαθιά στη λυρική αίσθηση και τη μεταμορφώνει.
Ο Σαραντάρης δεν γράφει για τη στιγμή. Υπερασπίζεται με θέρμη το επέκεινα, το πεδίο της υπέρτατης δύναμης και του αγαθού, ζει το υπερβατικό και φαντασιακό, δεν το αφηγείται.
Η δεύτερη Ημερίδα αρχίζει πάλι με τον Βασίλη Αλεξίου. Τίτλος του κειμένου του «ποιος είν’ τρελός από ποίηση;» (κι όχι «από έρωτα», όπως λέει το μελοποιημένο του Χατζιδάκι). Ο συγγραφέας ανασκευάζει και εμπλουτίζει το κείμενό του της αθηναϊκής Ημερίδας. Χαρακτηρίζει «ολικό» τον ποιητή, επειδή ζει ολοκληρωτικά για την ποίηση. Τέτοιος είναι ο Σολωμός, με τον οποίο επισημαίνει και πάλι τη συνάφεια. Μας αναφέρει μεγάλους ποιητές των οποίων ο βίος δεν ταιριάζει με το έργο (Βιγιόν-«ρεμάλι», Έλιοτ-«αντιδραστικός», Πάουντ-«φασίστας»), ενώ στην περίπτωση του Σαραντάρη αυτό δεν συμβαίνει. Άνθρωπος και ποιητής ταυτίζονται. Κάνει λόγο για τη συγκροτημένη φιλοσοφική του σκευή, την εξαίρετη γνώση όλης της σύγχρονης και νεωτερικής ευρωπαϊκής ποίησης, τη γλωσσική του «ετεροτοπία», πράγμα που τον συνδέει με τον Κάλβο, και την ελευθερία του από «δουλείες».
Εκτενέστατο κείμενο για «Τα φιλοσοφικά δοκίμια του Γιώργου Σαραντάρη» παραθέτει η ομότιμη καθηγήτρια φιλοσοφίας του Α.Π.Θ. Αλεξάνδρα Δεληγιώργη. Τα δοκίμια είναι διάλογος με όλους τους μεγάλους φιλοσόφους, κλασικούς και σύγχρονους, αρχίζοντας από το Ελεύθερον Πνεύματου Γιώργου Θεοτοκά, τον Εμ. Ροΐδη, Κοραή, τον Σατομπριάν, Περικλή Γιαννόπουλο, Γερμανούς και Ρώσους διανοητές. Κεντρικό θέμα η Ελλάδα και η θέση της στον σύγχρονο κόσμο, η χριστιανική πίστη, ο ορθολογισμός και ο μηδενισμός της Δύσης.
Η Μαρία Ιατρού, επίκουρη καθηγήτρια του Α.Π.Θ., γράφει το «Σαν πνοή του αέρα». Το κείμενο αρχίζει με το όνειρο του Οδυσσέα Ελύτη, καταγραμμένο στα Ανοιχτά Χαρτιά και θέμα του τον Σαραντάρη. Η δυσκολία του Ελύτη να φτάσει τον Σαραντάρη, που όσο τον πλησίαζε εκείνος έφευγε, μέχρι που ανέβηκε σε ένα τρένο, όπου ο Ελύτης δεν μπορούσε να ανεβεί. Το όνειρο μπορεί να σημαίνει τη δυσκολία στην προσέγγιση, η οποία μπορεί να δεχτεί διάφορες ερμηνείες –και μεταφυσικές– η Ιατρού όμως μιλάει για ποιητικές. Μιλάει ακόμη για λέξεις αυτονομημένες σαν ηχητικές εικόνες, για φευγαλέα επαφή του ουρανού με τη γη, για αδιάκριτη πλοκή μορφής και περιεχομένου.
Τέλος, ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, συγγραφέας-δημοσιογράφος, κάνει λόγο για «Ήρωες της ακριβής ρέμβης» και αυτή η «ακριβή ρέμβη» είναι απόκτημα εκείνου που έχει τα μέσα να την αποκτήσει. Τέτοιο μέσο είναι ο «ξεχωριστός τρόπος που αντιλαμβάνεται, φωταγωγεί, μετά σηματοδοτεί πρώτα ο ίδιος, και ύστερα εσωτερικεύει τον πέριξ κόσμο και τελικά τον μεταποιεί σε αυτόνομο έργο, που είναι απαύγασμα της όλης διαδικασίας». Μεταποιεί το πράγμα σε ιδέα, εκποιεί την εμπειρία υπέρ της Ιδέας, ιεροποιεί κάθε τι φυσικό, αξιοποιώντας τον Ηράκλειτο και τον Παρμενίδη, ο ίδιος είναι ο ήρωας της ρέμβης του, οι στίχοι του «ευωδιάζουν αεράκι της Αμοργού. Είναι γονυκλισία και αγιασμός, αγρυπνία κι εγρήγορση».

Αφιέρωμα στον ποιητή και φιλόσοφο Γιώργο Σαραντάρη
Πρακτικά Ημερίδας, Αθήνα 2013 και Θεσσαλονίκη 2016
Βασίλης Αλεξίου, Σ. Γουνελάς, Δημήτρης Κοσμόπουλος, Έλσα Λιαροπούλου, Στέφανος Ροζάνης, Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Μαρία Ιατρού, Γιώργος Σκαμπαρδώνης
Εκάτη
170 σελ.
ISBN 978-960-408-231-5
Τιμή €19,08
001 patakis eshop




Γαλλικά ποιήματα
«Ο Ποιητής οφείλει να μαθαίνει στους ανθρώπους τη ζωή· άλλον προορισμό δεν έχει» έγραψε ο Σαραντάρης στα 1937. Τα ποιήματα είναι ερωτικά και απευθύνονται σε γυναίκες που «Δεν είναι όσιες, αναχωρήτριες… κάθε άλλο: εικονογραφούν […] το κάλλος της φύσης και της ζωής, που δεν έπαψε να τον μεθά, ακόμα κι όταν τον πλήγωναν βαθιά οι άνθρωποι». Στα ποιήματα αυτά «ακούγεται ένας Σαραντάρης πολύ ερωτικός, πολύ άμεσος και πολύ ειλικρινής» γράφει ο Σωτήρης Γουνελάς. Είναι ποιήματα με παιδικότητα και αγνότητα, αλλά και αισθησιακά. Μεταφράζει ο βραβευμένος με Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 2006, ποιητής και φιλόλογος Τάσος Γαλάτης, «μια παρουσία από τις σπανιότερες μέσα στην παραγωγή των νεοτέρων», για τον οποίον ο Οδυσσέας Ελύτης παρατήρησε πως «σπάνια το ποιητικό πρόβλημα αντιμετωπίζεται με τόση σοβαρότητα». Από την αισθαντική μετάφρασή του απομονώνω δείγμα:
Μαζί με ’σένα φεύγω μέσα στ’ όνειρο/ Με το κορμί σου/ και του κορμιού σου τη σκιά/ Αφού έχω αγαπήσει το σκληρό σου στόμα 
(«Μαζί σου»)

Λαχταρώ τη γυναίκα/ Για να κοιμάμαι πιο καλά 
(«Λαχταρώ τη γυναίκα»)

Στην πηγή μέσα των ματιών σου/ Να ζω να ζω σαν θεός! 
(«Στην πηγή μέσα των ματιών σου»)

Μέσα στην αγκαλιά μου ένιωθες σαν αύρα 
(«Αντίκρισα πάνω στα πόδια σου το στόμα μου»)

Έχασα τη γεύση του κορμιού σου/ Τη μνήμη της φωνής σου/ Και τη μαγεία του προσώπου σου 
(«Στην όχθη του ονείρου»)

Η σάρκα φλέγεται τόσο που κάνει να κλαίνε/ Τα πουλιά 
(«Σήμερα η θάλασσα λάμπει»)

Σαν μια σκιά ταξιδεύει ο θάνατος
(«Το χώμα είναι θλιμμένο»).

Θα μπω μια φορά μια φορά για πάντοτε μέσα στο βλέμμα σου 
(«Θα μπω μέσα στο βλέμμα σου»)

Ήσουνα ένας άγγελος/ Μια φορά/ Μονάχα μια φορά 
(«Ήσουνα ένας άγγελος»).

Θέλω να πω θέλω να πω πως μ’ αγαπάς/ Μα η αγάπη διάβηκε ποτάμια
(«Σκέφτηκα ότι»).


Γαλλικά ποιήματα
Γιώργος Σαραντάρης
μετάφραση: Τάσος Γαλάτης
Εκάτη
64 σελ.
ISBN 978-960-408-239-1

Τιμή €8,48
001 patakis eshop




Γράμματα σε μια γυναίκα

Με τον ψευδότιτλο «Της Πικροδάφνης μου», τα δέκα «Γράμματα» του μικρού τόμου χαρτογραφούν διαδρομές της ψυχής, αισθήματα και πληγές, ανεκπλήρωτους έρωτες και εγωισμούς, πόνο και καημό από την απώλεια, την απόσταση, την ασυνεννοησία. Διαπιστώσεις πικρές. Κατακάθια στα βάθη της ψυχής. Οι στίχοι μάς παρέχουν δείγμα, σε δεύτερο πρόσωπο και κατευθείαν:

Είπες, και δεν μιλούσες παρά στον εαυτό σου […] είναι μια στιγμή που ο άνθρωπος χάνει τον εαυτό του και […] διαστρεβλώνει την ευθύτητα. (Ι) 
Από μας τους δύο λείπει η ενιαία πνοή… μας ένωσε μια αμφίβολη ομοιότητα στις ψυχές. (ΙΙ) Αλλά εσύ δεν δίνεσαι… Δε χαίρεσαι μια τελειωμένη ανθρώπινη χαρά… συστρέφεσαι γύρω στον εαυτό σου. (ΙΙΙ) 
Σαν μια στιγμή υπήρξες στο παρελθόν· τώρα μετουσιώθηκες, και παρδαλή εικόνα του βίου σου βλέπεις τις χτεσινές αγάπες. (ΙV) 
Χωρίς αγνότητα δεν φτιάχνουμε τίποτα το αληθινό… Δε θ’ αντέξω θα σε μαστιγώσω, ίσαμε να κλάψεις πικρά δάκρυα. (V) 
Εσύ δε μ’ αγαπάς – σαν να ζητούσες να φέρεις τα πράγματα στη θέση τους, να διευθύνεις κ’ εμένα κ’ εσένα εκεί όπου άλλωστε αύριο θα μας οδηγούσε μόνος του ο οίστρος μας, μακριά από αγάπη κι έρωτα, στο έργο. (VΙ) 
Μόνοι μας σκάβουμε τη χαρά αλλά απροκάλυπτη και ιλιγγιώδη σαν άβυσσο. (VΙΙ) 
Θαρρώ πως όλα είναι ψέματα. (VΙΙΙ) 
Ω, αυτή η κουβέντα ανάμεσά μας, σε τέτοια οικειότητα ψυχής, που ο καθένας νομίζει πως μιλά με τον εαυτό του, δεν αποτελεί ασέβεια προς τα σώματά μας, που υποχρεώνονται να απουσιάζουν; (ΙΧ) 
Σ’ επισκέπτομαι πάντοτε με την πρόθεση να σου αποσπάσω μια μετάνοια. (Χ)

giorgos sarantaris
Τέλος, ένα CD στο οποίο η υποβλητική φωνή του Κώστα Καστανά, σε μουσική σύνθεση, εκτέλεση και καλλιτεχνική διεύθυνση της Νένας Βενετσάνου, απαγγέλλει τρία ποιήματα: «Γιατί με ρωτάς για την ψυχή μου», «Εσύ νοιάζεσαι για τη σκέψη μου» και «Θα μάθουμε μαζί να σωπαίνουμε». Ηχογράφηση, μείξη, mastering του Δημήτρη Δημητριάδη, παραγωγή του Σωματείου Γ. Σαραντάρης.


Γράμματα σε μια γυναίκα
Γιώργος Σαραντάρης
Εκάτη
22 σελ.
ISBN 978-960-408-202-5
Τιμή €6,36


____________

Ειδήσεις