~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
σελίδες της εφημερίδας "Αρκαδικό Βήμα" συντάκτες: Αγαθή Γρίβα-Αλεξοπούλου, Πάνος Αϊβαλής, Πόπη Βερνάρδου, Ζαχαρούλα Γαϊτανάκη,
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~

yfos

yfos
"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν' ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.

Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ ΜΙΑ ΚΑΡΔΙΑ ΦΟΡΤΩΜΕΝΗ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΟΛΟ

ΠΟΙΗΣΗ

Γράφει η Αγαθή Γρίβα - Αλεξοπούλου*
Φιλόλογος



Στις  19 Δεκεμβρίου 1911 (1η Ιανουαρίου 1912 με το ισχύον ημερολόγιο) στις Κροκεές  της Λακωνίας γεννήθηκε ένας από τους σημαντικότερους Νεοέλληνες ποιητές, ο Νικηφόρος Βρεττάκος(**).
Την αναφορά μας στο Λάκωνα ποιητή υπαγορεύει η επέτειος γεννήσεώς του αλλά και αυτός καθ’ εαυτόν ο ποιητικός του λόγος. Με την αγάπη και την ειρήνη ως θεμελιώδεις έννοιές του ο ποιητικός λόγος του Νικηφόρου Βρεττάκου είναι βαθιά ανθρωπιστικός και γι’ αυτό πάντα επίκαιρος.
Όπως αποκαλύπτεται στις εκατοντάδες των στίχων του, ο Νικηφόρος Βρεττάκος είναι ένας τρυφερός άνθρωπος και ποιητής με την καρδιά γεμάτη αγάπη για τον άνθρωπο, τον καθένα χωριστά και όλους μαζί, την ανθρωπότητα ολόκληρη. «Έχω μια μητέρα, την Ελλάδα και μια αδερφή, την ανθρωπότητα σημειώνει στο γεμάτο ένταση δοκίμιο του «Γράμματα εις εαυτόν». Ο λόγος αποκτά ιδιαίτερο ηθικό βάρος, όταν γράφεται από το χέρι ενός ανθρώπου βασανισμένου όπως ο Νικηφόρος Βρεττάκος που οικογενειακές δυστυχίες σημάδεψαν τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια και αργότερα πολλές από τις εθνικές συμφορές (δικτατορία 4ης Αυγούστου, Β’ παγκόσμιος πόλεμος, εθνικός διχασμός, δικτατορία 1967) έγιναν και προσωπική του πικρή μοίρα.
Το ότι κατάφερε να μετατρέψει την οδύνη της ζωής σε αγάπη και ποίηση γεμάτη φως αποδεικνύει το μεγαλείο του ως ανθρώπου και ποιητή. Στο ποίημα «Το μεσουράνημα της φωτιάς» από τη συλλογή «Ο χρόνος και το ποτάμι» αποτόλμησε να αναγάγει την αγάπη σε αξίωμα (η λέξη αξίωμα με τη φιλοσοφική έννοια της αυταπόδεικτης αλήθειας). Παραλλάσσοντας το γνωστό αξίωμα του Καρτέσιου «σκέπτομαι άρα υπάρχω» έγραφε.

…..Η σκέψη μου είναι αγάπη κι η αγάπη μου σκέψη …..
Μη ρωτήστε που πέφτουν τα ποτάμια της γης
 τι στηρίζουν οι κορφές των βουνών 
τι κρύβει πάνω μας η μεγάλη φωτιά 
Δε ρωτώ γι’ άλλο τίποτα. 
Τραγουδώ σαν πουλί στο ακρινότερο δέντρο του κόσμου: 
Αγαπώ άρα υπάρχω

Η αγάπη του γίνεται στοργή, έγνοια, αγκαλιά ανοιχτή, όταν απευθύνεται σε ανθρώπους κατατρεγμένους, πεινασμένους και πονεμένους.
Διαβάζουμε στο πολύ γνωστό ποίημα  «Μαζεύω τα πεσμένα στάχυα» από τη συλλογή τα «Θολά ποτάμια»:
Μαζεύω τα πεσμένα στάχυα να σου στείλω λίγο ψωμί
 μαζεύω με το σπασμένο χέρι μου ό,τι απόμεινε απ’ τον ήλιο 
 να σου το στείλω να ντυθείς· έμαθα πως κρυώνεις ….. 
 Πάρε όποιο δρόμο, όποια κορφή, ρώτα όποιο δέντρο θέλεις 
 Μ’ ακούς; Οι δρόμοι όλης της γης βγαίνουνε στη καρδιά μου.
Στο ποίημα «Σέλας» από τη συλλογή «Εσωτερική περιπέτεια» η πλατιά αγκαλιά γίνεται μεγαλύτερη, για να αγκαλιάσει ολόκληρη την υδρόγειο».                                                 

Γράφει χαρακτηριστικά:                                                                                                 Τα διαστήματα έγιναν αβαθή μπρος το βάθος
 της ανθρώπινης θλίψης, δρόμοι εύκολοι οι λόχμες 
 μπρος στης σκέψης το αδιέξοδο. Ας μπορούσα να γινόμουν
 ένα τζάμι απ’ όπου θα δυνόταν το βλέμμα 
 να διακρίνει ένα φως, ας μπορούσα να γίνω
 το στοιχείο που λείπει, ένα νέο φαινόμενο 
 φυσικό, σαν μια πάχνη, μια γάζα
 -να μπορώ να τυλίγω στις δύσκολες 
 ώρες της την Υδρόγειο – ένα σέλας


Στο δεύτερο λυρικό δοκίμιό του «Δυο άνθρωποι μιλούν για την ειρήνη του κόσμου» – εκδόθηκε το 1949, όταν ο μεταπολεμικός κόσμος χωρισμένος ήδη σε ανατολικό και δυτικό μπλοκ έδειχνε να μην βαδίζει στη σωστή κατεύθυνση – ο Νικηφόρος Βρεττάκος διακήρυσσε την πεποίθηση του ότι ο σεβασμός και η αγάπη ανθρώπου προς άνθρωπο είναι οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την εδραίωση της ειρήνης. Έλεγε εμφαντικά «… Δεν υπάρχει ελπίδα να γνωρίσουμε την ειρήνη του κόσμου, δεν υπάρχει ελπίδα να γνωρίσουμε τις δημιουργικές ικανότητες του ανθρώπου, αν δεν αισθανθούμε το δικό του εγώ μέσα στο δικό μας και το δικό μας μέσα στο δικό του. Και συνέχιζε σε άλλο σημείο «Τότε η επιβολή της ειρήνης θα είναι οριστική· τότε, όταν απάνω από κάθε πόλη στην είσοδο και στην έξοδο κάθε έθνους θα έχει αναρτηθεί τούτη η φωτεινή επιγραφή: «ο άνθρωπος είναι ο λόγος».

Στην ειρήνη έχει αφιερώσει ο Νικηφόρος Βρεττάκος πολλά από τα ποιήματα του. Ανυπέρβλητο ωστόσο ανάμεσά τους παραμένει το «Μεγαλυνάρι της ειρήνης» από τη συλλογή τα «Θολά ποτάμια». Στους 30 περίπου στίχους του αισθητοποιεί με εικόνες την ειρήνη ως κατάσταση γαλήνης στο στερέωμα, στη γη: σε βουνά και θάλασσες, σε χωριά και πολιτείες κ’ περισσότερο ως κατάσταση πανανθρώπινης ευφροσύνης και πλησμονής.

Παραθέτω την τελευταία στροφή:                                                                                        
Τ’ όνομά σου: Ειρήνη στα κλωνάρια του δάσους 
 Τ’ όνομά σου: Ειρήνη στους δρόμους των πόλεων
Τ’ όνομά σου: Ειρήνη στις ρότες των πλοίων
Τ’ όνομά σου: ένας άρτος, βαλμένος στην άκρη της γης 
 που περίσσεψε 
 Τ’ όνομά σου: αέτωμα περιστεριών στον ορίζοντα                                                                               
Τ’ όνομά σου: αλληλούια πάνω στο  Έβερεστ.    

Στο ποίημα «Κρύπτη» από τη συλλογή «Διακεκριμένος πλανήτης» 30 και πλέον χρόνια μετά το «Μεγαλυνάρι» έγραφε:
Ανακάλυψα πως η καρδιά μου
είναι μια κρύπτη                                                                                                           
και μέσα της βρίσκεται το                                                                                                  
παγκόσμιο εμβατήριο                                                                               
της ειρήνης· και πως                                                                                                                             
 ο ήλιος χαμήλωσε                                                     
κι ακόμα δεν άδειασα                                                         
την κρύπτη σου, Κύριε


Πράγματι ο Νικηφόρος Βρεττάκος στη μακρόχρονη ποιητική διαδρομή του δεν κουράστηκε να τραγουδά το εμβατήριο της ειρήνης, δεν κουράστηκε να σφυρίζει το σκοπό της. 
Πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει; Την ποιητική του ευαισθησία κινητοποιούσε πάντα η ίδια θερμουργός δύναμη, η αγάπη· στη συνείδηση του πάντα βάραινε η ευθύνη απέναντι στις μελλοντικές γενιές και το χρέος απέναντι στις εκατόμβες των νεκρών συμπολεμιστών του στο Αλβανικό Μέτωπο και στα άλλα μέτωπα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Έγραφε χαρακτηριστικά στο δοκίμιο που προαναφέραμε: «Η συνείδηση μου είναι ένα άθροισμα από σπίτια που καίγονται· από λαβωμένους που μορφάζουν ζητώντας βοήθεια· από νεκρούς που αφήνουν να διαγραφεί πάνω στο πρόσωπό τους σαν ερωτηματικό το τελευταίο χαμόγελό τους». 
Σήμερα 72 χρόνια μετά το τέλος του μεγάλου εκείνου πολέμου, η απειλή μιας νέας γενικευμένης σύρραξης επικρέμαται πάνω από την ανθρωπότητα. Το ψυχροπολεμικό κλίμα ανάμεσα στους ισχυρούς της γης έχει αναβιώσει και ο ανταγωνισμός μεταξύ τους έχει ενταθεί. Οι πολεμικές ιαχές και εθνικιστικές κορώνες από πλανητάρχες, σουλτάνους και γραφικούς, πλην όμως επικίνδυνους, δικτατορίσκους ακούγονται όλο και συχνότερα. Τα πολεμικά μέτωπα στη Μέση Ανατολή παραμένουν ανοιχτά και οι στρατιές των ξεριζωμένων πλημμυρίζουν στεριές και θάλασσες. Τα θύματα της ισλαμιστικής τρομοκρατίας αυξάνονται διαρκώς. Και μ’ όλα αυτά η παγκόσμια κοινότητα φαίνεται να βρίσκεται σε κατάσταση σύγχυσης· πολλοί είναι οι φοβισμένοι, αρκετοί οι αδιάφοροι και εξίσου πολλοί οι φανατισμένοι. 
Είναι οπωσδήποτε εξαιρετικά δύσκολο να αλλάξει η ζοφερή αυτή πραγματικότητα και πολλοί είναι απαισιόδοξοι. Εντούτοις όμως η προσπάθεια δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί. Οι ψυχραιμότεροι και πάντως οι φιλειρηνιστές ηγέτες πρέπει να υψώσουν τη φωνή τους· τα κοινοβούλια να αντιπροσωπεύσουν τους λαούς· οι διεθνείς οργανισμοί και οργανώσεις να αφεθούν ή να αναγκαστούν να ασκήσουν το ρόλο για τον οποίο συγκροτήθηκαν και προπαντός το παγκόσμιο κίνημα ειρήνης πρέπει να επανακτήσει τη δυναμική και μαζικότητα παλαιότερων δεκαετιών, κυρίως μέσω της ευαισθητοποίησης της κοινωνίας των πολιτών. Σ’ αυτό το τελευταίο μπορούν να συντελέσουν η οργανωμένη παιδεία με τους λειτουργούς της και οι άνθρωποι του πνεύματος και της τέχνης με την προσωπική τους ακτινοβολία και τη δύναμη της σκέψης και του δημιουργικού τους έργου.
Εδώ έχει τη θέση του – στ’ αλήθεια ξεχωριστή – και ο Νικηφόρος Βρεττάκος. 
Μπορεί ο ίδιος ως φυσική παρουσία να λείπει πλέον από κοντά μας, όμως ο ποιητικός του λόγος βαθιά ανθρωπιστικός είναι πάντα παρών και έχει τη δύναμη να αγγίζει τις πιο ευαίσθητες χορδές της ψυχής μας, να αναθερμαίνει την πίστη μας σε αξίες και ιδανικά όπως η αγάπη και η ανθρώπινη αλληλεγγύη και να ενισχύει την αγωνιστική μας διάθεση για διεκδίκηση της παγκόσμιας ειρήνης.

~~~~~~~~~~~~


(**) Ο Νικηφόρος Βρεττάκος ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής και δοκιμιογράφος. Θεωρείται ένας από του μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές. 
Γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1912 στο Δήμο  Κροκεών πέθανε στις 4 Αυγούστου 1991.
 Σπούδασε στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Βιβλία του, Το αγρίμι, Η εκλογή μου: ποιήματα 1933-1991, Οδύνη,



___________
* Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Αρκαδικό Βήμα",  Μάρτιος 2018.



Αρχαιολογία «παλαιά» και «νέα»

  Αρχαιολογία πορεία προς τη γνώση 


Του καθηγητή Πέτρου Θέμελη
Η αρχαιολογία ως ιστορική επιστήμη ασχολείται όχι μόνο με την παρουσία του ανθρώπου στο παρελθόν, αλλά και με την ανασύνθεση γενικά της νοητικής εικόνας αυτού του παρελθόντος. Την εικόνα αυτή, όπου απεικονίζεται η ζωή και ο πολιτισμός του ανθρώπου, την κατασκευάζουν οι αρχαιολόγοι βασισμένοι στις πηγές και τα δεδομένα των ανασκαφών ακολουθώντας ορισμένη επιστημονική οπτική και μεθοδολογία. 
Η αρχαιολογία είναι πορεία προς τη γνώση, η οποία περιέχεται στο «τέχνεργο» (= κάθε μορφής υλικό κατάλοιπο, δημιούργημα του ανθρώπου του παρελθόντος). Δεν περιορίζεται δηλαδή στην αποκάλυψη, περιγραφή, ταξινόμηση των «τέχνεργων», αλλά βαδίζει προς την ουσιαστική σύλληψή τους. Προσπαθεί να χρησιμοποιήσει  την «επιστημονική εξήγηση» μέσα στο ευρύ πεδίο της ανθρώπινης ιστορίας και μ’ αυτό τον τρόπο να εξερευνήσει συστηματικά την οργάνωση και την εξέλιξη του πολιτισμού, καθώς και τους παράγοντες των μεταβολών του. Είναι προφανές ότι για να εκπληρωθεί ο στόχος αυτός της αρχαιολογίας υπάρχει ανάγκη στέρεης θεωρητικής βάσης.
HARD KAI SOFT ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ
Τον 19ο αι. ο θετικισμός υποστήριζε ότι οι θετικές επιστήμες, αλλιώς «σκληρές» (hard) σε αντιπαραβολή με τις επιστήμες του ανθρώπου, που θεωρούνται «μαλακές» (soft) αξίζουν περισσότερο  να φέρουν το όνομα της επιστήμης, γιατί μπορούν να γενικεύουν αυτό που ισχύει για περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων και κατά συνέπεια να διατυπώνουν νόμους με απεριόριστη ισχύ. Η αναγωγή νόμων από τις επιστήμες αυτές είναι δυνατή, γιατί το φυσικό γεγονός επαναλαμβάνεται, αποδεικνύεται πειραματικά στο εργαστήριο (όχι βέβαια αυτό το ίδιο, αλλά ένα όμοιό του). Κάτι τέτοιο στις ανθρωπιστικές επιστήμες (συμπεριλαμβανομένης της ιστορίας και της αρχαιολογίας) δεν είναι δυνατό, γιατί το αρχαιολογικό, όπως το ιστορικό γεγονός είναι μοναδικό και μη επαναλαμβανόμενο. Είναι τόσο σύνθετο και περίπλοκο και παρεμβάλλονται στη δημιουργία του τόσοι παράγοντες (κοινωνικοί, οικονομικοί, γεωγραφικοί, πολιτικοί, θρησκευτικοί), ώστε στην πράξη είναι αδύνατη η αναπαραγωγή του. 
Αυτή η συλλογιστική έφτασε να αμφισβητεί την αρχαιολογία ως επιστήμη. Υποστηρίχτηκε ότι αρκεί για ένα συνεπή αρχαιολόγο, να περιγράφει απλώς πιστά και με ακρίβεια το εμπειρικό υλικό του. Η διαδικασία αυτή είναι φυσικά απόλυτα αναγκαία στην αρχαιολογική έρευνα, αποτελεί ωστόσο το πρώτο μόνο στάδιο προσέγγισης που περιλαμβάνει την καταλογογράφηση και την ταξινόμηση, την φορμαλιστική δηλαδή φάσης εργασίας (αλλιώς φάση συλλογής-ανθολόγησης). Αποκλείεται δηλαδή ο αρχαιολόγος από τη δεύτερη ουσιαστική φάση της δουλειάς του, τη λεγόμενη και σημειολογική, που περιλαμβάνει την εξήγηση, την ερμηνεία των αρχαιολογικών «αντικειμένων».
Η αρχαιολογία ωστόσο πρέπει να προχωρεί στην ανακάλυψη των κανόνων ή και των νόμων που διέπουν το αντικείμενό της. Για την κατανόηση του μοναδικού και ανεπανάληπτου αρχαιολογικού γεγονότος χρησιμοποιούμε άλλωστε λέξεις-νοήματα-σημεία, όπως άγαλμα, ναός, συνοικισμός, οχύρωση, ταφικό μνημείο ή και άλλες όπως στρώμα καταστροφής που δεν εκφράζουν μόνο το συγκεκριμένο σε χρόνο και τόπο γεγονός ή «αντικείμενο», αλλά και πολλά άλλα μαζί με τις ίδιες βασικές ιδιότητες. Κάνουμε νοητικά αφαίρεση στοιχείων, δεχόμαστε δηλαδή την ύπαρξη κοινών χαρακτηριστικών που συνθέτουν την έννοια, την ιδέα αν θέλετε, του αρχαιολογικού γεγονότος ή αντικειμένου. Τέτοιου είδους αφαιρέσεις και γενικεύσεις σημασιολογικού τύπου είναι ουσιώδης προϋπόθεση για κάθε διαδικασία σκέψης και για κάθε μορφή επικοινωνίας.
Οι αρχαιολόγοι ενδιαφέρονται οπωσδήποτε άμεσα για το ατομικό και συγκεκριμένο, ξεπερνούν ωστόσο αναγκαστικά το στάδιο της περιγραφικής επιφανειακής παρουσίασης των πραγμάτων, διευκρινίζουν έννοιες, χρησιμοποιούν ειδικούς όρους, κάνουν τυπολογικές κατατάξεις, προχωρούν τέλος σε γενικεύσεις, διατυπώνουν θεωρίες και σπανιότερα νόμους με ευρύτερη ισχύ. Αυτός είναι ο παραδοσιακός τρόπος προσέγγισης, η επαγωγική ή εμπειρικο-υποθετική μεθοδολογία, που οδηγεί σε τελικά συμπεράσματα με βάση το εμπειρικό υλικό, προχωρεί δηλαδή από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο.
 
ΚΟΙΝΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ
Η νέα αρχαιολογία, από τη δεκαετία του ΄60 και δω, πίστεψε προς στιγμήν ότι έκανε μια μεθοδολογική επανάσταση, ακολουθώντας τον αντίθετο από τον προηγούμενο δρόμο προσέγγισης και εφαρμόζοντας τη λεγόμενη υποθετικο-παραγωγική μέθοδο στην αρχαιολογική σκέψη. Ξεκινά από υποθέσεις-θεωρίες (περιορισμένου ή γενικότερου χαρακτήρα), δοκιμάζοντας την αντοχή τους και εξετάζοντας την ορθότητά τους πάνω στο εμπειρικό υλικό των ανασκαφών και των πηγών. Προηγείται η υπόθεση (explanans) και ακολουθεί η διαδικασία της εξήγησης του γεγονότος (explanandum).
Η υποθετικο-παραγωγική μέθοδος δεν είναι όμως τόσο καινούργια, ούτε βέβαια επαναστατική, όπως θέλουν να τη χαρακτηρίζουν ορισμένοι «μοντέρνοι» αρχαιολόγοι. Η θεωρητική και μεθοδολογική απόσταση ανάμεσα στην παραδοσιακή και τη νέα αρχαιολογία είναι συχνά ανύπαρκτη. Τα προβλήματα είναι κοινά και στις δύο. Συνειδητά ή ασυνείδητα, όλοι ακολουθούμε όχι μόνο την παραδοσιακή, αλλά και τη νέα μεθοδολογία, προκατασκευάζουμε διανοητικά μοντέλα για την εξήγηση, την ερμηνεία των παρατηρήσεών μας.
Σύμφωνα με τον Γάλλο θεωρητικό Gardin, με τη νέα αρχαιολογία βρήκαμε απλώς ένα καινούργιο φορμαλιστικό τρόπο να μιλάμε, ο οποίος εντυπωσιάζει περισσότερο με την σχολαστικότητά του παρά με τη γονιμότητα και το ουσιαστικό περιεχόμενό του. Ακόμα και ο αμερικανός Binford, που θεωρείται πρωτοπόρος στην επανεισαγωγή της υποθετικο-παραγωγικής μεθόδου ως «θαυματουργού εργαλείου» της αρχαιολογικής σκέψης, έχει σε νεότερα γραπτά του αναθεωρήσει τις προηγούμενες θέσεις του. Η παραδοσιακή αρχαιολογία στις δόκιμες περιπτώσεις της μπορεί να είναι πιο ουσιαστική από τη «νέα» και χωρίς να χρησιμοποιεί το μοντέρνο λόγο.
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΙΑ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Στην αρχαιολογία δεν υπάρχουν ή δεν μπορεί να συνταχθούν νόμοι με απεριόριστη ισχύ του τύπου «η παροχή θερμότητας εξατμίζει το νερό», γιατί το  αρχαιολογικό γεγονός, όπως και το ιστορικό, είναι σύνθετο, πολύπλοκο, μοναδικό και ανεπανάληπτο, όπως όλα τα ανθρώπινα. Ο αιώνας μας ωστόσο έχει άλλη αντίληψη για το νόμο και την επιστήμη, λιγότερο άκαμπτη από όσο στο πρόσφατο παρελθόν.  Η ίδια η φυσική δεν στηρίζεται στην αυστηρή αιτιοκρατία (ντετερμινισμό), αλλά και στη στατιστική, όπου η πιθανότητα παίζει το ρόλο της. 
Παρά τον κλονισμό του απόλυτου ντετερμινισμού δεν παύουν βέβαια να διατυπώνονται νόμοι να γίνονται γενικεύσεις, όπου αυτό είναι δυνατό. Στις επιστήμες του ανθρώπου, όπου ανήκει και η αρχαιολογία, ο τυχόν νόμος που θα διατυπωθεί έχει αναγκαστικά στατιστικο-πιθανολογικό χαρακτήρα, μπορεί να ισχύει δηλαδή για ένα μέγεθος που δεν είναι σταθερό, ούτε παγκόσμιο φυσικά, αλλά πιθανό και σε κάθε περίπτωση μετρήσιμο στατιστικά.  
Είναι γενική η διαπίστωση ότι δεν υπάρχει μια μοναδική και ευρύτατα αποδεκτή απάντηση στα ερωτήματα: 
1) Ποια είναι η πιο κατάλληλη μέθοδος εξήγησης του ανθρώπινου παρελθόντος.
2) Πώς είναι δυνατό να επιβεβαιωθεί η ισχύς των εξηγήσεων σε σχέση με τα εμπειρικά δεδομένα.
Δεν είναι λοιπόν τόσο απλό, όσο πίστευαν στην αρχή οι οπαδοί της νέας αρχαιολογίας, να δανειστεί κανείς νοήματα και διαδικασίες που χρησιμοποιούν οι επιστημολόγοι και να τα εφαρμόσει απευθείας στα δεδομένα του ανθρώπινου παρελθόντος. Ενα από τα επιτεύγματα πάντως της νέας αρχαιολογίας είναι το γεγονός ότι συνειδητοποιήθηκε ευρύτατα η ανάγκη για θεωρητική βάση. Η συνειδητοποίηση αυτή, που ονομάστηκε πετυχημένα «απώλεια της αθωότητας», αποτελεί ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στην Ευρώπη.  Οι θεωρητικοί της νέας αρχαιολογίας σήμερα δεν ισχυρίζονται ότι έλυσαν τα προβλήματα, αλλά ότι τα έθεσαν με μεγαλύτερη σαφήνεια.
Ο ΠΑΡΑΓΩΝ «ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ», Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
Το πρόβλημα της εξήγησης των αρχαιολογικών φαινομένων έχει και μια άλλη διάσταση, που περιλαμβάνει τον ίδιο τον ερευνητή αρχαιολόγο και την παιδεία του. Φυσικά το σχολείο, η δημόσια εκπαίδευση σε όλες της τις βαθμίδες, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τομείς παιδείας, όπου οι αξίες εκπροσωπούνται από το δάσκαλο, τα βιβλία και το πρόγραμμα. Η παιδεία όμως δεν είναι κάτι πάγιο και στατικό, αλλά μεταβαλλόμενο σύμφωνα  με τις επικρατέστερες κάθε φορά ιδεολογικές τάσεις και ανάλογα με τις επιδιώξεις (οικονομικές-πολιτικές) των ομάδων που κρατούν στα χέρια τους την εξουσία. Ειδικότερα η παιδεία του αρχαιολόγου, που μας ενδιαφέρει εδώ (πέρα από τις ειδικές γνώσεις της επιστήμης του) επηρεάζει σε μέγιστο βαθμό το ρόλο του ως μεσολαβητή ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Ο τρόπος που θα περιγράψει και θα ερμηνεύσει τα κάθε μορφής κατάλοιπα του ανθρώπινου παρελθόντος και θα κατασκευάσει την νοητική εικόνα που θα μεταδώσει στο παρόν, ώστε να αποτελέσει κτήμα των πολλών και να ενσωματωθεί στη συνειδητή ιστορική μνήμη, εξαρτάται κατά κύριο λόγο από την παιδεία του. 
Οταν λάβει κανείς υπόψη ότι ο αρχαιολόγος, όπως και οι άλλοι ερμηνευτές των επιστημών του ανθρώπου, μετατρέπει (ή πάντως πρέπει να μετατρέπει) το υλικό των ανασκαφών και των πηγών σε ιστορικό προϊόν, σε πραγματικό πολιτιστικό αγαθό που εκπολιτίζει και μετασχηματίζει το παρόν, τότε καταλαβαίνει κανείς καλύτερα πόση σημασία έχει η παιδεία του, που έχει διαμορφώσει και την προσωπικότητά του. 
Η αρχαιολογική, όπως και κάθε έρευνα, δεν είναι πια, όπως όλοι ξέρουμε, πάρεργο των πολλών, αλλά επάγγελμα που απαιτεί εξειδίκευση, συλλογική διεπιστημονική εργασία, οικονομικά μέσα, ειδικές βιβλιοθήκες, διεθνή ενημέρωση. Η Πολιτεία και το σύστημα που παρέχουν ή όχι στον αρχαιολόγο αυτά τα μέσα, που του εξασφαλίζουν ή όχι την ελευθερία του, επηρεάζουν με τη σειρά τους άμεσα τις προσωπικές ικανότητες καθώς και τις διαθέσεις του αρχαιολόγου, όπως και κάθε ερευνητή. Τις επιλογές του μπορεί ακόμα να τις περιορίζει στα ερευνητικά κέντρα, στα ΑΕΙ ή τις Υπηρεσίες, όπως η Αρχαιολογική, μια δεσπόζουσα ομάδα, στην οποία για να εισχωρήσει, να αναγνωρισθεί και να αναδειχθεί, όπως συνήθως λέμε, ή να ασκήσει και αυτός κάποιας μορφής εξουσία, αναγκάζεται να υιοθετήσει τη δική της μεθοδολογία και τι δικές της κατευθύνσεις, έστω και αν στο βάθος τις απορρίπτει.  Τέτοιου είδους δεσμεύσεις ή και άλλης μορφής υποχωρήσεις και συμβιβασμοί αποβαίνουν φυσικά σε βάρος της πνευματικής του ακεραιότητας και ελευθερίας, και αναπόφευκτα και της υπηρεσιακής κι επαγγελματικής προσφοράς του.  Ο βαθμός αντίστασης σ’ όλες αυτές τις εξωτερικές επιδράσεις και πιέσεις εξαρτάται κατά κύριο λόγο από την παιδεία του. 
___________

Ειδήσεις