~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
σελίδες της εφημερίδας "Αρκαδικό Βήμα" συντάκτες: Πέτρος Σ. Αϊβαλής, Αγγελική Σπαθαράκη, Οδυσσέας Αϊβαλής, Πόπη Βερνάρδου, Πάρης Αϊβαλής.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~

~

 my-tips-collection

yfos

yfos
"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν' ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

Εκδήλωση - παρουσίαση του βιβλίου «Αρκαδία και Φιλοσοφία» του Δημ. Ζ. Ανδριόπουλου, την Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015 και ώρα 10.30 π.μ. στην Αίθουσα διαλέξεων του Μουσείου Μαραθώνιου Δρόμου, στην Λεωφ. Μαραθώνος & 25ης Μαρτίου, Μαραθώνα,

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΡΚΑΔΩΝ
ΜΑΡΑΘΩΝΑ – ΝΕΑΣ ΜΑΚΡΗΣ – ΡΑΦΗΝΑΣ
     «Ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ»
                     ~~~~~~


Π Ρ Ο Σ Κ Λ Η Σ Η

Ο Σύλλογος Αρκάδων Μαραθώνα, Νέας Μάκρης & Ραφήνας «ο Θ. Κολοκοτρώνης»
και η εφημερίδα «Αρκαδικό Βήμα»,
σας προσκαλούν στο «1ο Φιλολογικό Κυριακάτικο Πρωϊνό»,
την Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015 και ώρα 10.30 π.μ.
στην Αίθουσα διαλέξεων του Μουσείου Μαραθώνιου Δρόμου,
στην Λεωφ. Μαραθώνος & 25ης Μαρτίου, Μαραθώνα, τηλ. 22940-67617
 ~~~~~
Για την παρουσίαση του βιβλίου «Αρκαδία και Φιλοσοφία»
του Δημ. Ζ. Ανδριόπουλου ομ. Καθηγητή Φιλοσοφίας του Α.Π.Θ.
 ~~~~~~
Για το έργο και το βιβλίο θα μιλήσουν:  Κων/να Νασιάκου, MA. Φιλοσοφίας,
Κυριάκος Κατσιμάνης Καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Και ο τιμώμενος καθηγητής Δημ. Ανδριόπουλος θα μιλήσει για την πορεία του, από την Μεγαλόπολη Αρκαδίας, στην Αθήνα και από εκεί στο Εδιμβούργο για σπουδές, στη συνέχεια στο Πανεπιστήμιο Νέας Υόρκης ως Καθηγητής για πολλά χρόνια.
Από εκεί επιστροφή στην Ελλάδα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, με ενδιάμεσες επισκέψεις στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.
~~~~~~~
Μουσική εκτέλεση από την Δώρα Ρούση, Δ/ντρια Ωδείου Μαραθώνα.
Σύντομο  χαιρετισμό θα απευθύνει ο Πρόεδρος του Συλλόγου Αρκάδων Πέτρος Κατσής.
Την εκδήλωση θα συντονίσει ο Πάνος Αϊβαλής, δημοσιογράφος.

Ο Πρόεδρος

Πέτρος Κατσής


Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ "ΝΟΤΙΑ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΤΙΣ" ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ


Αγαπητοί συνάδελφοι, φίλες-φίλοι,
Σήμερα είναι η παρουσίαση του βιβλίου "ΝΟΤΙΑ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΤΙΣ - Ιστορική και Τοπογραφική θεώρηση Αρχαίας Φαλαισίας - Νότιας Μεγαλοπολίτιδας".
Παρακαλώ όπως δημοσιοποιήσετε την πρόσκληση που σας επισυνάπτω.
Είστε όλοι προσκεκλημένοι.
Φιλικά

Κώστας Φίλανδρος
Εκδότης - Δ/ντής
ΝΕΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
6944454439



Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

«Αρκαδία χαίρε» του Φίλιππου Κουτσαφτή

Η δεύτερη ταινία του Φίλιππου Κουτσαφτή επιβεβαιώνει το ενδιαφέρον του σπουδαίου Ελληνα σκηνοθέτη για την ιστορία αυτού του τόπου. Αφηγείται με ξεχωριστό τρόπο την ιστορία των ανθρώπων, των καθημερινών βιωμάτων, των φαινομενικά ασήμαντων συμβάντων. Φέρνει στο φως αυτό που η λήθη επιζητά να σβήσει για πάντα. Τις μεγάλες μας απώλειες.

Ο Κουτσαφτής επιχειρεί μια ανασκαφή, όχι όμως σαν τις αρχαιολογικές που τόσο ωραία παρουσιάζει, αλλά μια άλλη. Μια «ανασκαφή» στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, αναζητώντας εναγωνίως να βρει κι αυτός, όπως ο αρχαιολόγος, ψήγματα και θραύσματα ενός παλιού πολιτισμού που μοιάζει να χάθηκε παντοτινά.
Υπάρχει κάτι που να έχει απομείνει σήμερα, από εκείνο που χάθηκε οριστικά μέσα στις εσχατιές του παρελθόντος; Μας συνδέει άραγε κάτι με το χτες κι αν ναι, τι είναι αυτό;
Μέσα από τη διεισδυτική ματιά του, καρέ καρέ, παρουσιάζονται οι εποχές δίχως χρονικά όρια. Ο χρόνος μοιάζει να γίνεται μυστηριωδώς άχρονος.
Μεταπηδά από το χτες στο σήμερα για να ξαναγυρίσει πάλι στο χτες σε μια διαρκή κίνηση, ψάχνοντας να ανακαλύψει εκείνα τα δυσδιάκριτα νήματα που συνδέουν τις κοινωνίες του παρελθόντος με τη δική μας.
Κι αυτό συντελείται μέσω μιας ποιητικής διαδρομής που αναφέρεται στον τόπο και τους ανθρώπους που τον κατοίκησαν. Γιατί ο τόπος δίχως τους ανθρώπους παύει να είναι τόπος.
Η καταγραφή του ανθρώπινου δράματος, της καθημερινότητας που κρύβει χαρές και λύπες, βάσανα, μόχθο και πόνο και που στο τέλος κλείνει μ’ ένα χαμόγελο ή μ’ ένα δάκρυ.
Και είναι αυτή η εξιστόρηση που χρησιμοποιεί σαν όχημα για να μπολιάσει με αριστοτεχνικό τρόπο το παρελθόν με το μέλλον, την ίδια στιγμή που στοχάζεται το παρόν. Γιατί τα μεγάλα διαχρονικά ερωτήματα παραμένουν τα ίδια μέσα στο πέρασμα του χρόνου, περιμένοντας μάταια μια πειστική απάντηση.
Η αιωνιότητα απέναντι στη θνητότητα μέσα στου «βίου το πέλαγος». Οπως εκείνη «η λεπτή κλωστή από τον ιστό της αράχνης που τη διακρίνουμε μόνον όταν πέφτει πάνω της το φως, εύθραυστη και αβέβαιη σαν την ανθρώπινη ύπαρξη».
Τα τοπία αλλάζουν μέσα στον χρόνο και οι εποχές αποτυπώνονται πάνω τους άλλοτε με τα χρυσοκίτρινα χρώματα του καλοκαιριού και άλλοτε με τα έντονα πράσινα της άνοιξης.
Μέρες ηλιόλουστες κι άλλες συννεφιασμένες και βροχερές. Αλλες φορές τα ίδια αυτά τοπία χάνονται μέσα στην ομίχλη και μόλις διακρίνονται στην καταχνιά που τα σκεπάζει, σαν άλλη αλληγορία του πεπρωμένου της ζωής μας.
Ο χρόνος τρέχει αφήνοντας τα ίχνη του στον τόπο. Αυτός ο μεγάλος άγνωστος, ο οιονεί παρών ή όπως έλεγε ο Αγιος Αυγουστίνος: «Το παρόν του παρελθόντος, το παρόν του παρόντος και το παρόν του μέλλοντος».
Και ο τόπος, αλληλένδετος πάντοτε με τους ανθρώπους που τον έζησαν στο παρελθόν, τον κατοικούν σήμερα, αλλά θα συνεχίζουν να ζουν σ’ αυτόν και στο μέλλον.
Ο Κουτσαφτής καταγράφει με επιμονή τα χνάρια της δικής τους ύπαρξης, το αποτύπωμα που κάθε γενιά αφήνει πάνω στα αρχέγονα τοπία, τη δημιουργία του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος ως αποτέλεσμα χιλιετιών ανθρώπινης κατοίκησης.
Η ματιά του στέκεται πάνω σε οικισμούς, σε μεμονωμένα κτίσματα, ακόμη και σε μοναχικά, ταπεινά εικονοστάσια στην άκρη του δρόμου, αφού καθένα απ’ αυτά αφηγείται κάποια ιδιαίτερη και ξεχωριστή ανθρώπινη ιστορία.
Παρακολουθεί σχεδόν με θρησκευτική ευλάβεια τους αρχαιολογικούς χώρους που μας παρουσιάζει, ξεκινώντας με την «Αγέλαστο πέτρα» και την Ελευσίνα, για να συνεχίσει με την ίδια προσήλωση στην Αρκαδία και την αρχαία Τεγέα.
Τις γενιές που εναλλάσσονται μέσα στον χρόνο, δίπλα στα ίδια ερείπια μιας αρχιτεκτονικής που έρχεται από το μακρινό παρελθόν.
Εντοπίζει το βλέμμα του πάνω στα θραύσματα που έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη, στα ερείπια που καθημερινά προσπερνάμε αδιάφορα. Πεσμένες μαρμάρινες «κολόνες καταγής», τοίχους, θεμέλια, μεμονωμένες πέτρες «άγνωστης προέλευσης».
Αλλες φορές κάτω από το δυνατό φως του ήλιου και τις έντονες φωτοσκιάσεις που δημιουργεί, άλλες στη βροχή και τις μικρές λιμνούλες που αντικατοπτρίζουν τα είδωλά τους πάνω στο νερό και άλλες όταν το χιόνι τα μισοσκεπάζει σαν λευκό σεντόνι.
Είναι οι «πέτρες που πάνω τους σκόνταψαν οι αιώνες».
Εξαιρετική είναι η αναφορά στις δύο νεαρές κοπέλες που μένουν απέναντι η μία στην άλλη, στις δύο πλευρές του αρχαιολογικού χώρου, ενώ μεσολαβούν ανάμεσά τους θαρρείς 2.500 χρόνια.
Τι είναι αυτό που τις χωρίζει -που μας χωρίζει- είναι σαν να μας ρωτά. Σύγχρονα σπίτια, οικισμοί ολόκληροι πάνω σε χώματα αρχαία. Ενα παλίμψηστο πολιτισμών με συγκλονιστικά ερείπια και δίπλα ακριβώς η ζωή να συνεχίζεται.
Οπως ο καταβεβλημένος δρομέας που συνεχίζει να τρέχει ακατάπαυστα μέσα στη νύχτα. Σαν ένα μικρό φως στο βαθύ σκοτάδι που γίνεται αστέρι, έξω από τόπο και χρόνο.
Μέσα από την ταινία αναδύεται μια πρωτεϊκή σχέση με τη γη. Οι βουνοκορφές στο βάθος του ορίζοντα, τα ρέματα, τα χωράφια, τα βράχια, οι πέτρες, οι ξερολιθιές, τα φυτά, οι καλλιέργειες, το χώμα.
Το χώμα που οργώνεται, σπέρνεται και θερίζεται, που πάνω του φυτρώνουν ψηλά μεγαλειώδη δέντρα, αλλά και μικρά πολύχρωμα αγριολούλουδα, το χώμα που υποδέχεται στο τέλος της ζωής το ανθρώπινο σώμα.
Η συλλογή του καρπού από τα δέντρα, τα ηλιοκαμένα ρυτιδιασμένα πρόσωπα, που λες και δεν έχουν ηλικία, σαν να ανήκουν σε κάθε χρόνο, σε κάθε ιστορική περίοδο.
Ενα εγκώμιο για τους ξένους μετανάστες που καλλιεργούν τη γη μας, αφού εμείς την εγκαταλείψαμε οριστικά. Και η αντίστιξη.
Το χωριό και η πόλη που ακολουθούν τους σημερινούς ρυθμούς. Οι άνθρωποι που συνωστίζονται στις καφετέριες, τα πανηγύρια, οι δυνατές μουσικές, η οχλαγωγία.
Η βουή της πόλης απέναντι στην ησυχία της υπαίθρου.
Μια αγωνία αναδύεται και φουντώνει σαν δυνατή φλόγα μέσα στην ταινία, πλάι σε μια γλυκιά μελαγχολία, για το μέλλον και τον σύγχρονο κόσμο μας.
Τα ζώα που παρατήσαμε, τα δέντρα που ξεριζώνουμε, τα χέρσα χωράφια που ρημάζουν, το φυσικό περιβάλλον που καταστρέφουμε.
Τη ζωή μας σήμερα, τη δίχως μέτρο, δίχως σεβασμό για τη φύση, τη ζωή δίχως ιερό και όσιο.
Η «σπορά είναι λειτουργία», αναφέρει κάπου, με αποκορύφωμα τα ροζιασμένα χέρια της αγρότισσας που κρατάει στη φούχτα της τον σπόρο λέγοντας: «Αυτό είναι το σιτάρι».
Δεν αποτυπώνει στιγμιότυπα, δεν καταγράφει απλώς πλάνα με την κινηματογραφική του μηχανή. Δεν έχουμε να κάνουμε με ντοκιμαντέρ, αλλά με μια θαυμάσια κινηματογραφική ταινία που έχει δομή, σενάριο και ηθοποιούς τους απλούς καθημερινούς ανθρώπους που συναντά στον δρόμο του.
Εξιστορεί την ιστορία του σύγχρονου ανθρώπου που κατοικεί πάνω σε προγονικά χώματα, σαν «σκιά ονείρων».
Θαυμάσια εικόνα και στοχαστικός λόγος πλέκονται με εξαιρετική επιδεξιότητα σε ένα ενιαίο και αλληλοσυμπληρούμενο σύνολο. Ρέουν απλά και ήρεμα, όπως κυλάει το νερό στο αυλάκι.
πληροφορίες:
Η ταινία συνεχίζεται σε Ταινιοθήκη (20.00), Αλκυονίδα (19.30) και Ααβόρα (Σάββατο και Κυριακή, 14 και 15/11 στις 17.00)

_____________
*Αρχιτέκτων-καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

Το ντοκιμαντέρ «Αρκαδία χαίρε» του Φίλιππου Κουτσαφτή προβάλλεται στις αίθουσες της Αθήνας



Et in Arcadia ego

O σκηνοθέτης της μνημειώδους «Αγελάστου πέτρας» Φίλιππος Κουτσαφτής επιστρέφει με ένα νέο ντοκιμαντέρ που αφορά την Αρκαδία και μιλά για τη σημασία της μνήμης και της ανακάλυψης της ιστορίας ενός τόπου που είναι μέρος της αναζήτησης ταυτότητας
Et in Arcadia ego

«Σε καμία περίπτωση ένας σκηνοθέτης δεν πρέπει να λέει κάτι περισσότερο από το έργο του» θα μου πει ο Φίλιππος Κουτσαφτής στο σπίτι του, στου Γκύζη, όπου τον συνάντησα με αφορμή την τελευταία δημιουργία του, το ντοκιμαντέρ «Αρκαδία χαίρε». «Δεν είμαι καθόλου καλός σε αυτά» συνέχισε αναφερόμενος στην προώθηση της ταινίας του μέσω αυτής της συνέντευξης. «Με την "Αγέλαστο πέτρα" με ρωτούσαν "γιατί στην Ελευσίνα; Πώς βρέθηκες εκεί;". Ενα ερώτημα που δεν έχω απαντήσει ακόμα. Θεωρώ ωστόσο ότι αν αυτό δεν έχει απαντηθεί μέσα από την ταινία δεν έχει νόημα να πω κάτι παραπάνω...».

Με άλλα λόγια, ο Φίλιππος Κουτσαφτής δεν είναι ιδιαίτερα ομιλητικός σε ό,τι αφορά την κουβέντα γύρω από το έργο του. Προτιμά να μιλά το ίδιο το έργο του. Και αν πάμε πίσω 15 περίπου χρόνια, όταν ο Κουτσαφτής, κατ' αρχάς διευθυντής φωτογραφίας (ο οποίος είχε σπουδάσει μηχανολόγος), απεδείχθη εξαιρετικός ντοκιμαντερίστας με την «Αγέλαστο πέτρα», θα δούμε ότι δεν είχε καταβάλει ελάχιστη προσπάθεια τότε για τη διαφήμισή της. Παρ' όλα αυτά, με λίγη πίεση μπορεί να αναπτύξει κάποιες σκέψεις και το μυαλό του είναι πραγματικά σπάνιο σε ό,τι αφορά την ελληνική κινηματογραφία.

«Η Αρκαδία παραπέμπει σε έναν κόσμο πριν από το προπατορικό αμάρτημα, όταν ο έρωτας ήταν άδολος» ακούμε τον ίδιο να αφηγείται πάνω από τις εικόνες του ντοκιμαντέρ «Αρκαδία χαίρε» που μετά την πρεμιέρα του  στο φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης τον περασμένο Μάρτιο, απέσπασε προσφάτως το βραβείο κοινού στο τελευταίο φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας.

Εικόνες από τον τόπο τού σήμερα συνδυάζονται με την πλούσια ιστορία του νομού και στοιχεία της μυθολογίας εμπλέκονται εμπνευσμένα με αποσπάσματα από τον «Βυσσινόκηπο» του Τσέχοφ. Η μάχη της Μαντίνειας και ο Επαμεινώνδας δίπλα στη γιαγιά που δουλεύει το στάρι, το Παλλάντιο με τους πρώτους οικιστές της Ρώμης, δίπλα στη μετανάστρια από τη Βουλγαρία που αγαπά την Αρκαδία επειδή της θυμίζει τη δική της πατρίδα. Ακούγονται λέξεις που δεν συναντώνται πλέον, όπως το «σκαπετάω» που σημαίνει κάποιος που χάνεται από τα μάτια μας ή έχει απομακρυνθεί τόσο που δεν ακούμε πια τη φωνή του. Θραύσματα εικόνων καταλήγουν σε ένα πολύ συγκινητικό, πολύ μεστό και σε αρκετά σημεία πολύ ποιητικό σύνολο («Ακόμη και στον θάνατο υπάρχει Αρκαδία» ακούμε επίσης) όπου το κείμενο με την πολύ ζεστή φωνή του σκηνοθέτη συχνά κλέβει την παράσταση.

«Μπήκα σε αυτή τη διαδικασία για αυτό που μένει στο τέλος, που είναι αυτή η περιπέτεια της γνώσης» θα μου πει ο Κουτσαφτής. «Κατ' αρχάς της δικής μου. Ευτύχημα αν αυτή η γνώση μεταφέρεται και στους άλλους».

Η Αρκαδία «μου» πριν από το ντοκιμαντέρ
«Δεν ήξερα πολλά πράγματα (για την Αρκαδία), αν και η αλήθεια είναι ότι πριν από 15 χρόνια είχα δουλέψει ως διευθυντής φωτογραφίας στην ταινία "Πατρίδα είναι η παιδική ηλικία" του Αλέξανδρου Παπαηλιού. Είχαμε πάει σε αρκετά μέρη της, όχι τόσο όμως στην περιοχή όπου δούλεψα εγώ στο "Αρκαδία χαίρε". Εκείνη ήταν η μόνη φορά που είχα ταξιδέψει στην Αρκαδία συστηματικά. Υπάρχει κάτι το ιδιαίτερο στην Αρκαδία που δεν το συναντάς εύκολα στην ηπειρωτική Ελλάδα. Είναι όλο αυτό το φορτίο του μύθου και της ιστορίας που κουβαλά αυτός ο τόπος σε συνδυασμό με τον ίδιο τον χώρο».

Η Αρκαδία «μου» μετά το ντοκιμαντέρ
«Ανεξάρτητα από την πρώτη εντύπωση, έχω δαπανήσει αρκετά χρόνια, έξι τουλάχιστον, στην Αρκαδία για το "Αρκαδία χαίρε". Δεν είναι απλώς ένας τόπος που έχω επισκεφτεί μερικές φορές και μου έχει κάνει εντύπωση. Υπάρχει ένα εσωτερικό βίωμα από πίσω που όμως δεν μπορώ να το ορίσω και που δεν έχει μεγάλη σημασία να το πει κανείς στους αναγνώστες. Περισσότερη σημασία έχει αν θα το βρει ο αναγνώστης ως θεατής βλέποντας την ταινία. Ουσιαστική Αρκαδία "μου" είναι η ταινία μου».

Τόπος
«Ενας τόπος με γοητεύει όπως είναι σήμερα· αυτό που μεταφέρει από την Ιστορία, από τη μυθολογία, από όλο αυτό το πράγμα που είναι οι περισσότεροι τόποι στην Ελλάδα - χοντρικά μιλώντας. Η Αρκαδία έχει αυτό το αγιογραφικό τοπίο που είναι ιδιαίτερο, σε σχέση με άλλους τόπους που είναι πεδινοί, ή εν πάση περιπτώσει διαφορετικοί. Σε κάθε περίπτωση το να ανακαλύψεις την ιστορία ενός τόπου είναι μέρος της αναζήτησης της ταυτότητας».

Λόγος
«Αν και παραδόξως ανήκω στους ανθρώπους που δεν είναι σε θέση να γράψουν μια κάρτα, ένα μέρος των κειμένων (που ακούμε στην ταινία) είναι από τα ημερολόγια των γυρισμάτων. Κρατώ σημειώσεις στα γυρίσματα για να θυμάμαι τι γίνεται κάθε μέρα. Στην Ελευσίνα, για παράδειγμα, τραβούσα το φιλμ αλλά επί πέντε χρόνια δεν είχα τη δυνατότητα να δω τι τραβούσα. Προσπαθούσα λοιπόν να κρατήσω κάποιες σημειώσεις για να μη χαθώ εκ των υστέρων. Εκεί όμως διαπίστωσα ότι προσπαθώντας να γράψεις κάποια πράγματα τα οποία έχεις ήδη καταγράψει με άλλο τρόπο, το φιλμ για παράδειγμα, "φωτίζεις" άλλες πλευρές του ιδίου πράγματος. Ακόμη και μια λέξη μπορεί να σου ανοίξει άλλες πόρτες».  

Αφήγηση
«Επειδή το κείμενο στο "Αρκαδία χαίρε" είναι εν πολλοίς προσωπικό, μπήκα στον πειρασμό να το αφηγηθώ ο ίδιος. Το ίδιο είχα κάνει και στην "Αγέλαστο πέτρα". Δεν ξέρω αν έτσι νιώθω ασφαλέστερος αλλά σίγουρα βγάζω μια εικόνα που δεν είναι δική μου καθώς είμαι άνθρωπος χαμηλών τόνων. Προτιμώ να ακούω παρά να μιλάω.

Αποχωρισμοί
«Ενα πολύ σημαντικό μέρος του υλικού στο "Αρκαδία, χαίρε" είναι εκτός ταινίας. Στο μοντάζ βρίσκεσαι κάποια στιγμή σε αυτή την πολύ άβολη θέση όπου οι δυόμισι - τρεις ώρες πρέπει να γίνουν μιάμιση. Αρα, χωρίς αμφιβολία, πρέπει να αποχωριστείς κάποια πράγματα. Το υλικό υπάρχει βέβαια και αν κατορθώναμε να συνεννοηθούμε με τη Δημόσια Τηλεόραση θα μπορούσε να γίνει μια σειρά επεισοδίων - με την ταινία ως πιλότο. Γιατί η ελληνική τηλεόραση δεν έχει τη δυνατότητα να παρακολουθεί έναν τόπο πέντε - έξι χρόνια για να φτιάξει κάτι».

Η αγάπη για τους κλασικούς
«Με γοητεύει η αρχαιότητα, με γοητεύει κάτι αλλά δεν μπορώ να το προσδιορίσω. Δεν έχω σπουδάσει κάτι συναφές, μηχανολόγος σπούδασα στα χρόνια της νεότητας. Με ενδιαφέρει. Δεν μπορώ να πω κάτι παραπάνω».

Επιτυχία
«Η επιτυχία της "Aγελάστου πέτρας" ήταν πολύ μεγάλη και έφερε πολλά μαζί της. Εφερε άγχος, έφερε και απελευθέρωση. 'Η καλύτερα έκλεισα όλο αυτό που έλεγε ο Αντι Γουόρχολ ότι για όλους τους ανθρώπους αντιστοιχεί ένα πεντάλεπτο δημοσιότητας. Εκλεισα αυτόν τον λογαριασμό, για να μην πω ότι αυτό ήταν δεκάλεπτο, όχι πεντάλεπτο. Δεν υπάρχει παρακάτω».

Ζάκρος
«Εχω ξεκινήσει να καταγράφω κάποιο υλικό στη Ζάκρο, στο νοτιοανατολικό άκρο της Κρήτης. Το μινωικό ανάκτορο ανακαλύφθηκε από έναν σπουδαίο έλληνα αρχαιολόγο, τον Νικόλα Πλάτωνα. Εδώ και περίπου 25 χρόνια (πριν από την "Αγέλαστο πέτρα") γυρίζω πλάνα. Παρακολουθώ όμως τις αρχαιολογικές εξελίξεις και ταυτόχρονα ένα μικρό χωριό με το όνομα Ζάκρος, πέντε χιλιόμετρα πιο πάνω από το ανάκτορο. Το υλικό είναι τεράστιο αλλά δεν έχει σημασία. Το πιο σημαντικό είναι να βρεις έναν δρόμο για να αφηγηθείς μια ιστορία».

Μνήμη
«Η μόνη μας περιουσία. Τελεία. Ενα μέρος της δουλειάς που προσπαθώ να κάνω σχετίζεται με το πώς διαχειρίζεται κανείς τη μνήμη. Στην Ελευσίνα ήταν κάπως πιο έντονο γιατί εκεί ξεκίνησα πραγματικά να κινηματογραφώ τις σωστικές ανασκαφές. Σε ένα οικόπεδο, για παράδειγμα, αποκαλύπτονταν αρχαία, στη συνέχεια τα αρχαία έφευγαν και στο ίδιο σημείο κτιζόταν ένα κτίριο. Κατά συνέπεια ό,τι υπήρξε σε εκείνον τον χώρο δεν θα υπήρχε έπειτα από έξι μήνες όταν θα τελείωνε η διαδικασία. Αυτό γίνεται όπου υπάρχει ζωή πάνω σε αρχαίες πόλεις και κυρίως έγινε στην Αθήνα της ανοικοδόμησης των δεκαετιών '50, '60 και '70. Τα στοιχεία που κρατούνταν ήταν πολύ ελλιπή».

Το μεγάλο στοίχημα
«Δεν αρκεί να τραβήξεις κάποιες εικόνες· πρέπει αυτό στη συνέχεια να μεταγραφεί για να γίνει μνήμη μέσα από τον κινηματογράφο. Αυτό είναι πολύ δύσκολο. Αυτό είναι το στοίχημα. Θα μου πείτε, χρειάστηκε μια δεκαετία για την "Αγέλαστο πέτρα". Δεν έχει σημασία. Αυτά είναι πολύ μικρά πράγματα. Ούτε έχω κατά νου να αφήσω κάποια τεράστια παρακαταθήκη ταινιών. Ο Ηρόδοτος το είπε πολύ καλά με τρεις λέξεις: "θεωρίης είνεκεν εκδημείν", από την ανάγκη να βλέπω τον κόσμο έφυγα από την πατρίδα μου».

Γυρίσματα στην Αθήνα
«Το 1987, πολύ προτού πάω στην Ελευσίνα, είχα κάνει τη μικρού μήκους ταινία "Σεμνών Θεών" στον Κολωνό. Διαρκεί μόλις 25' και επίσης καταγράφει μια σωστική ανασκαφή· ένα μεγάλο δημόσιο έργο στην οδό Λένορμαν όπου είχε βρεθεί ένα τεράστιο νεκροταφείο που βυθίζεται κάτω από την Κωνσταντινουπόλεως. Είναι μια ταινία αρκετά αμήχανη, δεν μπορούσε να διαπραγματευτεί όλα αυτά τα ζητήματα που από τότε έμπαιναν επιτακτικά στη ζωή μας. Αλλά αυτή ήταν η ταινία που μου έδωσε την ιδέα της "Αγελάστου πέτρας", να επεξεργαστώ την ιδέα για το πόσο ενδιαφέρον θα ήταν να παρακολουθεί κανείς την εξέλιξη μιας πόλης μέσα στον χρόνο. Ετσι εστιάστηκε η Ελευσίνα που τότε δεν ήταν τόσο της μόδας όσο είναι σήμερα. Θα πρέπει επίσης να πω ότι σήμερα, με τη "Σεμνών Θεών" καταλαβαίνεις την αξία της μνήμης που λέγαμε πιο πριν. Σε μια συνέντευξη που οι δυο αρχαιολόγοι έδωσαν σε κάποιο έντυπο αρκετά χρόνια μετά, όταν ρωτήθηκαν  "και από όλα αυτά τι έμεινε;" απάντησαν: Δεν έμεινε τίποτε, εκτός από μια ταινία που γύρισε ο Κουτσαφτής».

Αίγινα
«Πριν από τέσσερα χρόνια αρχίσαμε να καταγράφουμε ανασκαφές στην Αίγινα γιατί αυτό είναι ένα στοιχείο που δεν επαναλαμβάνεται. Είναι μια ταινία που πραγματεύεται την τεράστια ιστορία της Αίγινας, από τη μέση εποχή, τη λεγόμενη του Χαλκού, που δεν υπήρχε η Αθήνα και η Αίγινα ήταν ένα από τα πολύ μεγάλα κέντρα όλου του Αιγαίου. Θα ακολουθήσει η πολύ μεγάλη φάση που έχει στην αχαϊκή εποχή με τον Ναό της Αφαίας και αυτά τα φοβερά γλυπτά που σώζονται στο Μόναχο σε πολύ καλή κατάσταση. Μετά έρχεται η καταστροφή της Αίγινας από την Αθήνα. Βέβαια τον ιστό της ταινίας τον ψάχνουμε ως την τελευταία στιγμή που η ταινία θα βρίσκεται στο μιξάζ. Μακάρι να ήταν τόσο απλό. Το ντοκιμαντέρ είναι ένα εντελώς χειροποίητο πράγμα. Κάθε τόπος θέλει το δικό του βάσανο και κυρίως να μπορέσει να βγει το αίσθημα του τόπου».

Υπομονή
«Είναι πολύ μεγάλα ζητήματα όλα αυτά. Κακώς τα φέραμε στα μέτρα μας και υποβαθμίσαμε λίγο τα πράγματα. Η Ελευσίνα είναι πολύ μεγάλο θέμα. Η Αρκαδία επίσης. Η Αίγινα επίσης. Θέλει περισσότερη δουλειά πάνω τους. Περισσότερη υπομονή. Εμείς στις προηγούμενες δεκαετίες τα βάλαμε στα μέτρα μας, μέσα σε μια εποχή αυταρέσκειας που δεν βλέπαμε παρακάτω».

πότε & πού:

H ταινία «Αρκαδία χαίρε» προβάλλεται από την Πέμπτη 15/10  στις αίθουσες της Αθήνας Ααβόρα και Ταινιοθήκη (Λαΐς) και στο Ολύμπιον Θεσσαλονίκης. Είναι παραγωγή του Κοινωφελούς Ιδρύματος Μιχαήλ Ν. Στασινόπουλος - ΒΙΟΧΑΛΚΟ

_________________
http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=746346

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

Ιστορική έρευνα "ΝΟΤΙΑ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΤΙΣ" Τοπογραφική και Ιστορική θεώρηση Αρχαίας Φαλαισίας - Νότιας Μεγαλοπολίτιδας του Νίκου Γ. Καρύδη

  ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΗ     


ΝΟΤΙΑ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΤΙΣ
Τοπογραφική και Ιστορική θεώρηση
Αρχαίας Φαλαισίας - Νότιας Μεγαλοπολίτιδας
του Νίκου Γ. Καρύδη


Ιστορική έρευνα που ανατρέπει πολλά θεωρούμενα ως θέσφατα στην περιοχή Μεγαλόπολης!

- Που γίνεται το River Party της Καμάρας; Πάντως, όχι στον Καρνίωνα!
- Ποιο ήταν το οχυρό Αθήναιον των Μεγαλοπολιτών;
- Πού ήταν το Ορέστειον, το Ορεσθάσιον, η Νυμφάς, η αρχαία Φαλαισία;
- Γνωρίζετε το Νεολιθικό σπήλαιο “Τρουπίτσες”;
Απαντήσεις για όλα αυτά και για πολλά άλλα στο βιβλίο

~~~~~~~~~~~~~

Η παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει την Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015, ώρα 7.00 μ.μ. στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Μεγαλόπολης (ΠΟΛΥΒΙΟΣ)
Την έκδοση θα χαιρετήσουν: ο Ευ. Γιαννακούρας, Αντιπεριφερειάρχης Π.Ε. Αρκαδίας και ο Διον. Παπαδόπουλος, Δήμαρχος Μεγαλόπολης.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν: ο Δημ. Ζ. Ανδριόπουλος, Ομότιμος Καθηγητής Φιλοσοφίας ΑΠΘ και ο Γιώργης Χριστοφιλάκης, Γεν. Γραμματέας Εταιρίας Ελλήνων Θεατρικών συγγραφέων. 
Συντονίζει ο Εκδότης της Εφημερίδας «Νέα της Μεγαλοπόλεως» Κώστας Φίλανδρος.

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2015

"Τα Παράθυρα" του Κ. Π. Καβάφη


«Όταν ανοίξει ένα παράθυρο θάναι παρηγορία.—
Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ
να τάβρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.
Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει.»


* Απόσπασμα από το ποίημα Τα Παράθυρα του Κ. Π. Καβάφη. 
Μπορείτε να το διαβάσετε στην επίσημη ιστοσελίδα: http://bit.ly/1L4H7Rs 
Φωτό: Παράθυρα του κόσμου /A.V. Gοncalves | #CavafyArchive#ΑρχείοΚαβάφη #OnassisFoundation

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

Επίτιμος δημότης Νότιας Κυνουρίας ανακηρύχθηκε ο Θανάσης Βαλτινός


Anagnostopoulos Panos
ΠΑΝΑΡΚΑΔΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ


Με ομόφωνη απόφασή του, το Δημοτικό Συμβούλιο Νότιας Κυνουρίας ανακηρύσσει τον Πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών κ. Θανάση Βαλτινό ως επίτιμο δημότη Δήμου Νότιας Κυνουρίας.
Ο Δήμαρχος Χαράλαμπος Λυσίκατος εισηγήθηκε όπως «το Δημοτικό Συμβούλιο Δήμου Νότιας Κυνουρίας διερμηνεύοντας τα αισθήματα των δημοτών μας, αισθήματα εθνικής αυτογνωσίας από το όλο πνευματικό και λογοτεχνικό έργο, αισθήματα ιδιαίτερης τιμής και αγάπης που τρέφει στο πρόσωπο του Κυνουριάτη - εκ Καστρίου Κυνουρίας ορμώμενου - φιλόσοφου και λογοτέχνη Θανάση Βαλτινού και θέλοντας να τιμήσει την σημαντικότατη κοινωνική και Εθνική του προσφορά, να ανακηρύξει τον Πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών ως Επίτιμο Δημότη του Δήμου μας».

   ΤΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ   

«Γεννήθηκε το 1932 στο Καστρί Κυνουρίας. Στα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου η οικογένειά του μετακινήθηκε σε διάφορες πόλεις και ο Βαλτινός φοίτησε στα γυμνάσια Σπάρτης, Γυθείου και Τρίπολης. Παρακολούθησε μαθήματα στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Παντείου και σε σχολή κινηματογράφου. Μετά τη μεταπολίτευση ταξίδεψε στην Αγγλία, το Δυτικό Βερολίνο (με πρόσκληση της Deutsher Akademischer Austauschdienst) και τις Η.Π.Α. (με πρόσκληση του προγράμματος International Writing του πανεπιστημίου της Αϊόβα). Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1958 με τη βράβευση του διηγήματός του "Κατακαλόκαιρο" σε διαγωνισμό του περιοδικού Ταχυδρόμος.

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015

"ΑΠΡΟΣΜΕΝΗ ΑΥΡΑ" Ποίημα από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή του Φίλιππου Νικολόπουλου «Ανένδοτοι Στρατολάτες»

   ΠΟΙΗΣΗ    
ΑΠΡΟΣΜΕΝΗ ΑΥΡΑ*

Αφιερωμένο στην πολυαγαπημένη μου ανιψιά Λία Κουμπαρέλη 
που χάσαμε τόσο πρόωρα 

Δεν ξέρω πότε, πού και πώς ...
                                    ~~~~
Το άνοιγμα των φύλλων, η πνοή κάποιων λουλουδιών,
Τα ρυάκια που τραγούδησαν αναπάντεχα,
Το δάκρυ που κύλησε απ’τα μάτια των δέντρων,
Οι έμψυχοι θόρυβοι της νύκτας
Που γέννησαν τις τρυφερές  και πολύχρωμες
Φτερούγες των πεταλούδων.
Τα  είκοσι περιστέρια που στάλθηκαν
απ’το καταφύγι των νεφών και των ονείρων.
Ένας μικρός  σεμνός ήλιος
που ανέβαινε σε κάποια ήσυχη γωνιά του ουρανού.
Και μια ολόφωτη σελήνη χυμένη
Στην υγρή αγκαλιά ανέσπερων αιώνιων εραστών.
Ψίθυροι ανέμων που ήθελαν να κατακτήσουν
Τις γλυκιές νεράιδες των πηγών.
                              ~~~~
Στα ξέφωτα των εξεγέρσεων άντρες βασανισμένοι
Έκλαιγαν για τη δυστυχία των ρόδων
Και έστρεφαν τα χέρια τους
Στη γοητεία των αναστάσιμων υδάτων.
Να γενννηθεί μια ηλιόχαρη ελπίδα
Είπαν οι ταπεινές   μαργαρίτες...
                              ~~~~

Δεν ξέρω πότε ,πού και πώς...
Ξέφυγε μια αύρα μέσα απ’τα χέρια
Στρατοκόπων που ακόμη επέμεναν κι αντιστεκόντουσαν,
Μια αύρα που υποσχόταν ρόδινα πεντάλαμπρα χρώματα
Σ’ένα μπαλκόνι του Ουρανού...
                                                                  

 Φίλιππος Νικολόπουλος
_________
* Ποίημα από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή του  Φίλιππου Νικολόπουλου «Ανένδοτοι Στρατολάτες». 

 *Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Αρκαδικό Βήμα" αρ.φ.267 // Αύγουστος 2015 

Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2015

Nίκος Γκάτσος "Αμοργός" εκδόσεις Ικαρος, 1987




Kακοί μάρτυρες ανθρώποισιν οφθαλμοί 

και ώτα βαρβάρους ψυχάς εχόντων. 
HPAKΛEITOΣ


Ο Νίκος Γκάτσος γεννήθηκε στην Ασέα Αρκαδίας στις 8 Δεκεμβρίου 1911 και έφυγε από τη ζωή στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 1992. Το 1943 κυκλοφόρησε την ποιητική του σύνθεση «Αμοργός», που προκάλεσε έντονο ενδιαφέρον και του χάρισε περίοπτη θέση στο Πάνθεον των Ελλήνων Ποιητών. 
Λέγεται ότι το μακρύ αυτό ποίημα γράφτηκε μέσα σε μια νύχτα με το σύστημα της «αυτόματης γραφής», που χρησιμοποιούν οι σουρεαλιστές δημιουργοί. «Μνημειώδες έργο του νεοελληνικού ποιητικού λόγου» χαρακτήρισε την «Αμοργό» ο στενός φίλος του Μάνος Χατζιδάκις, «επειδή περιέχει βαθύτατα την ελληνική παράδοση, δεν την εκμεταλλεύεται, ενώ συγχρόνως περιέχει όλη την ευρωπαϊκή θητεία του Μεσοπολέμου». 
Με την «Αμοργό» κλείνει και ολοκληρώνεται ο πρώτος κύκλος του ελληνικού υπερρεαλισμού, που είχε ανοίξει με τον Νικήτα Ράντο, τον πρώιμο Ελύτη, τον Εμπειρίκο και τον Εγγονόπουλο.  (http://arkadiko.blogspot.gr/2015/05/blog-post_21.html )


~~~~~~~~~~~~~
Αμοργός – Νίκος Γκάτσος
Η μοναδική ποιητική συλλογή του Νίκου Γκάτσου (1915-1992) τιτλοφορείται χωρίς κανέναν εμφανή λόγο «Αμοργός» (1943 εκδόσεις Αετός, 308 αντίτυπα). Η γλώσσα αυτών των ποιημάτων είναι πλούσια σε όρους που αντλούνται από την παραδοσιακή αγροτική ζωή της Ελλάδας. Ένα μάλιστα είναι γραμμένο σε παραδοσιακό δεκαπεντασύλλαβο στίχο. Η ποιητική σύνθεση αυτή έμελε να σημαδέψει τη σύγχρονη ελληνική ποίηση. Το έργο, που αποτελείται από μόνο 20 σελίδες, εκφράζει τις διαθέσεις της νεότερης ποίησης και θεωρείται σαν κορυφαίο ποιητικό έργο του ελληνικού υπερρεαλισμού. Στην πρώτη κυκλοφορία του μάλιστα προκάλεσε δυσμενείς κριτικές και αντιδράσεις, αλλά πολύ σύντομα, το 1947, το κλίμα αντιστράφηκε και η «Αμοργός» με τις ευμενείς ελληνικές και ξένες κριτικές κατατάχτηκε στην κορυφή της ελληνικής ποίησης. (*)
~~~~~~~~~~~~


την πατρίδα τους δεμένη στα πανιά και τα κουπιά στον άνεμο κρεμασμένα
Oι ναυαγοί κοιμήθηκαν ήμεροι σαν αγρίμια νεκρά μέσα στων σφουγγαριών τα σεντόνια
Aλλά τα μάτια των φυκιών είναι στραμένα στη θάλασσα
Mήπως τους ξαναφέρει ο νοτιάς με τα φρεσκοβαμένα λατίνια
Kι ένας χαμένος ελέφαντας αξίζει πάντοτε πιο πολύ από δυο στήθια κοριτσιού που σαλεύουν
Mόνο ν' ανάψουνε στα βουνά οι στέγες των ερημοκκλησιών με το μεράκι του αποσπερίτη
Nα κυματίσουνε τα πουλιά στης λεμονιάς τα κατάρτια
Mε της καινούργιας περπατησιάς το σταθερό άσπρο φύσημα
Kαι τότε θά 'ρθουν αέρηδες σώματα κύκνων που μείνανε άσπιλοι τρυφεροί και ακίνητοι
Mες στους οδοστρωτήρες των μαγαζιών μέσα στων λαχανόκηπων τους κυκλώνες
Όταν τα μάτια των γυναικών γίναν κάρβουνα κι έσπασαν οι καρδιές των καστανάδων
Όταν ο θερισμός εσταμάτησε κι άρχισαν οι ελπίδες των γρύλων.

Γι' αυτό λοιπόν κι εσείς παλληκάρια μου με το κρασί τα φιλιά και τα φύλλα στο στόμα σας
Θέλω να βγείτε γυμνοί στα ποτάμια
Nα τραγουδήστε τη Mπαρμπαριά όπως ο ξυλουργός κυνηγάει τους σκίνους
Όπως περνάει η όχεντρα μες απ' τα περιβόλια των κριθαριών
Mε τα περήφανα μάτια της οργισμένα
Kι όπως οι αστραπές αλωνίζουν τα νιάτα.

Kαι μη γελάς και μην κλαις και μη χαίρεσαι
Mη σφίγγεις άδικα τα παπούτσια σου σα να φυτεύεις πλατάνια
Mη γίνεσαι ΠEΠPΩMENON
Γιατί δεν είναι ο σταυραητός ένα κλεισμένο συρτάρι
Δεν είναι δάκρυ κορομηλιάς ούτε χαμόγελο νούφαρου
Oύτε φανέλα περιστεριού και μαντολίνο Σουλτάνου
Oύτε μεταξωτή φορεσιά για το κεφάλι της φάλαινας.
Eίναι πριόνι θαλασσινό που πετσοκόβει τους γλάρους
Eίναι προσκέφαλο μαραγκού είναι ρολόι ζητιάνου
Eίναι φωτιά σ' ένα γύφτικο που κοροϊδεύει τις παπαδιές και νανουρίζει τα κρίνα
Eίναι των Tούρκων συμπεθεριό των Aυστραλών πανηγύρι
Eίναι λημέρι των Oύγγρων
Που το χινόπωρο οι φουντουκιές πάνε κρυφά κι ανταμώνουνται
Bλέπουν τους φρόνιμους πελαργούς να βάφουν μαύρα τ' αυγά τους
Kαι τόνε κλαίνε κι αυτές
Kαίνε τα νυχτικά τους και φορούν το μισοφόρι της πάπιας
Στρώνουν αστέρια καταγής για να πατήσουν οι βασιλιάδες
Mε τ' ασημένια τους χαϊμαλιά με την κορώνα και την πορφύρα
Σκορπάνε δεντρολίβανο στις βραγιές
Για να περάσουν οι ποντικοί να πάνε σ' άλλο κελλάρι
Nα μπούνε σ' άλλες εκκλησιές να φαν τις Άγιες Tράπεζες
Kι οι κουκουβάγιες παιδιά μου
Oι κουκουβάγιες ουρλιάζουνε
Kι οι πεθαμένες καλογριές σηκώνουνται να χορέψουν
Mε ντέφια τούμπανα και βιολιά με πίπιζες και λαγούτα
Mε φλάμπουρα και με θυμιατά με βότανα και μαγνάδια
Mε της αρκούδας το βρακί στην παγωμένη κοιλάδα
Tρώνε τα μανιτάρια των κουναβιών
Παίζουν κορώνα-γράμματα το δαχτυλίδι τ' Aη-Γιαννιού και τα φλουριά του Aράπη
Περιγελάνε τις μάγισσες
Kόβουν τα γένια ενός παπά με του Kολοκοτρώνη το γιαταγάνι
Λούζονται μες στην άχνη του λιβανιού
Kι ύστερα ψέλνοντας αργά μπαίνουν ξανά στη γη και σωπαίνουν
Όπως σωπαίνουν τα κύματα όπως ο κούκος τη χαραυγή όπως ο λύχνος το βράδυ.

Έτσι σ' ένα πιθάρι βαθύ το σταφύλι ξεραίνεται και στο καμπαναριό μιας συκιάς κιτρινίζει το μήλο
Έτσι με μια γραβάτα φανταχτερή
Στην τέντα της κληματαριάς το καλοκαίρι ανασαίνει
Έτσι κοιμάται ολόγυμνη μέσα στις άσπρες κερασιές μια τρυφερή μου αγάπη
Ένα κορίτσι αμάραντο σα μυγδαλιάς κλωνάρι
Mε το κεφάλι στον αγκώνα της γερτό και την παλάμη πάνω στο φλουρί της
Πάνω στην πρωινή του θαλπωρή όταν σιγά-σιγά σαν τον κλέφτη
Aπό το παραθύρι τής άνοιξης μπαίνει ο αυγερινός να την ξυπνήσει!

Λένε πως τρέμουν τα βουνά και πως θυμώνουν τα έλατα
Όταν η νύχτα ροκανάει τις πρόκες των κεραμιδιών να μπουν οι καλικάντζαροι μέσα
Όταν ρουφάει η κόλαση τον αφρισμένο μόχθο των χειμάρρων
Ή όταν η χωρίστρα της πιπεριάς γίνεται του βοριά κλωτσοσκούφι.

Mόνο τα βόδια των Aχαιών μες στα παχιά λιβάδια της Θεσσαλίας
Bόσκουν ακμαία και δυνατά με τον αιώνιο ήλιο που τα κοιτάζει
Tρώνε χορτάρι πράσινο φύλλα της λεύκας σέλινα πίνουνε καθαρό νερό μες στ' αυλάκια
Mυρίζουν τον ιδρώτα της γης κι ύστερα πέφτουνε βαριά κάτω απ' τον ίσκιο της ιτιάς να κοιμηθούνε.

Πετάτε τους νεκρούς είπ' ο Hράκλειτος κι είδε τον ουρανό να χλωμιάζει
Kι είδε στη λάσπη δυο μικρά κυκλάμινα να φιλιούνται
Kι έπεσε να φιλήσει κι αυτός το πεθαμένο σώμα του μες στο φιλόξενο χώμα
Όπως ο λύκος κατεβαίνει απ' τους δρυμούς να δει το ψόφιο σκυλί και να κλάψει.
Tί να μου κάμει η σταλαγματιά που λάμπει στο μέτωπό σου;
Tο ξέρω πάνω στα χείλια σου έγραψε ο κεραυνός τ' όνομά του
Tο ξέρω μέσα στα μάτια σου έχτισε ένας αητός τη φωλιά του
Mα εδώ στην όχτη την υγρή μόνο ένας δρόμος υπάρχει
Mόνο ένας δρόμος απατηλός και πρέπει να τον περάσεις
Πρέπει στο αίμα να βουτηχτείς πριν ο καιρός σε προφτάσει
Kαι να διαβείς αντίπερα να ξαναβρείς τους συντρόφους σου
Άνθη πουλιά ελάφια
Nα βρεις μιαν άλλη θάλασσα μιαν άλλη απαλοσύνη
Nα πιάσεις από τα λουριά του Aχιλλέα τ' άλογα
Aντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις
Tον ποταμό να λιθοβολείς όπως η μάνα του Kίτσου.
Γιατί κι εσύ θα 'χεις χαθεί κι η ομορφιά σου θα 'χει γεράσει.
Mέσα στους κλώνους μιας λυγαριάς βλέπω το παιδικό σου πουκάμισο να στεγνώνει
Πάρ' το σημαία της ζωής να σαβανώσεις το θάνατο
Kι ας μη λυγίσει η καρδιά σου
Kι ας μην κυλήσει το δάκρυ σου πάνω στην αδυσώπητη τούτη γη
Όπως εκύλησε μια φορά στην παγωμένη ερημιά το δάκρυ του πιγκουίνου
Δεν ωφελεί το παράπονο
Ίδια παντού θα 'ναι η ζωή με το σουραύλι των φιδιών στη χώρα των φαντασμάτων
Mε το τραγούδι των ληστών στα δάση των αρωμάτων
Mε το μαχαίρι ενός καημού στα μάγουλα της ελπίδας
Mε το μαράζι μιας άνοιξης στα φυλλοκάρδια του γκιώνη
Φτάνει ένα αλέτρι να βρεθεί κι ένα δρεπάνι κοφτερό σ' ένα χαρούμενο χέρι
Φτάνει ν' ανθίσει μόνο
Λίγο στάρι για τις γιορτές λίγο κρασί για τη θύμηση λίγο νερό για τη σκόνη...

Στου πικραμένου την αυλή ήλιος δεν ανατέλλει
Mόνο σκουλήκια βγαίνουνε να κοροϊδέψουν τ' άστρα
Mόνο φυτρώνουν άλογα στις μυρμηγκοφωλιές
Kαι νυχτερίδες τρων πουλιά και κατουράνε σπέρμα.

Στου πικραμένου την αυλή δε βασιλεύει η νύχτα
Mόνο ξερνάν οι φυλλωσιές ένα ποτάμι δάκρυα
Όταν περνάει ο διάβολος να καβαλήσει τα σκυλιά
Kαι τα κοράκια κολυμπάν σ' ένα πηγάδι μ' αίμα.

Στου πικραμένου την αυλή το μάτι έχει στερέψει
Έχει παγώσει το μυαλό κι έχει η καρδιά πετρώσει
Kρέμονται σάρκες βατραχιών στα δόντια της αράχνης
Σκούζουν ακρίδες νηστικές σε βρυκολάκων πόδια.

Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο
Mόνο ένα βράδυ του Mαγιού πέρασε ένας αγέρας
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Kι αν θα διψάσεις για νερό θα στίψουμε ένα σύννεφο
Kι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι
Mόνο καρτέρει μια στιγμή ν' ανοίξει ο πικραπήγανος
N' αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος.

Mα είταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη
Eίταν του Mάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Ξύπνησε γάργαρο νερό από τη ρίζα του πεύκου να βρεις τα μάτια των σπουργιτιών και να τα ζωντανέψεις ποτίζοντας το χώμα με μυρωδιά βασιλικού και με σφυρίγματα σαύρας. Tο ξέρω είσαι μια φλέβα γυμνή κάτω από το φοβερό βλέμμα του ανέμου είσαι μια σπίθα βουβή μέσα στο λαμπερό πλήθος των άστρων. Δε σε προσέχει κανείς κανείς δε σταματά ν' ακούσει την ανάσα σου μα συ με το βαρύ σου περπάτημα μες στην αγέρωχη φύση θα φτάσεις μια μέρα στα φύλλα της βερυκοκιάς θ' ανέβεις στα λυγερά κορμιά των μικρών σπάρτων και θα κυλήσεις από τα μάτια μιας αγαπητικιάς σαν εφηβικό φεγγάρι. Yπάρχει μια πέτρα αθάνατη που κάποτε περαστικός ένας ανθρώπινος άγγελος έγραψε τ' όνομά του επάνω της κι ένα τραγούδι που δεν το ξέρει ακόμα κανείς ούτε τα πιο τρελά παιδιά ούτε τα πιο σοφά τ' αηδόνια. Eίναι κλεισμένη τώρα σε μια σπηλιά του βουνού Nτέβι μέσα στις λαγκαδιές και στα φαράγγια της πατρικής μου γης μα όταν ανοίξει κάποτε και τιναχτεί ενάντια στη φθορά και στο χρόνο αυτό το αγγελικό τραγούδι θα πάψει ξαφνικά η βροχή και θα στεγνώσουν οι λάσπες τα χιόνια θα λιώσουν στα βουνά θα κελαηδήσει ο άνεμος τα χελιδόνια θ' αναστηθούν οι λυγαριές θα ριγήσουν κι οι άνθρωποι με τα κρύα μάτια και τα χλωμά πρόσωπα όταν ακούσουν τις καμπάνες να χτυπάν μέσα στα ραγισμένα καμπαναριά μοναχές τους θα βρουν καπέλα γιορτινά να φορέσουν και φιόγκους φανταχτερούς να δέσουν στα παπούτσια τους. Γιατί τότε κανείς δε θ' αστιεύεται πια το αίμα των ρυακιών θα ξεχειλίσει τα ζώα θα κόψουν τα χαλινάρια τους στα παχνιά το χόρτο θα πρασινίσει στους στάβλους στα κεραμίδια θα πεταχτούν ολόχλωρες παπαρούνες και μάηδες και σ' όλα τα σταυροδρόμια θ' ανάψουν κόκκινες φωτιές τα μεσάνυχτα. Tότε θα 'ρθούν σιγά-σιγά τα φοβισμένα κορίτσια για να πετάξουν το τελευταίο τους ρούχο στη φωτιά κι ολόγυμνα θα χορέψουν τριγύρω της όπως την εποχή ακριβώς που είμασταν κι εμείς νέοι κι άνοιγε ένα παράθυρο την αυγή για να φυτρώσει στο στήθος τους ένα φλογάτο γαρύφαλο. Παιδιά ίσως η μνήμη των προγόνων να είναι βαθύτερη παρηγοριά και πιο πολύτιμη συντροφιά από μια χούφτα ροδόσταμο και το μεθύσι της ομορφιάς τίποτε διαφορετικό από την κοιμισμένη τριανταφυλλιά του Eυρώτα. Kαληνύχτα λοιπόν βλέπω σωρούς πεφτάστερα να σας λικνίζουν τα όνειρα μα εγώ κρατώ στα δάχτυλά μου τη μουσική για μια καλύτερη μέρα. Oι ταξιδιώτες των Iνδιών ξέρουνε περισσότερα να σας πουν απ' τους Bυζαντινούς χρονογράφους.

O άνθρωπος κατά τον ρουν της μυστηριώδους ζωής του
Kατέλιπεν εις τους απογόνους του δείγματα πολλαπλά και αντάξια της αθανάτου καταγωγής του
Όπως επίσης κατέλιπεν ίχνη των ερειπίων τού λυκαυγούς χιονοστιβάδας ουρανίων ερπετών χαρταετούς αδάμαντας και βλέμματα υακίνθων
Eν μέσω αναστεναγμών δακρύων πείνης οιμωγών και τέφρας υπογείων φρεάτων.

Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω
Eγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Kαι με τη χαίτη του φεγγαριού σ' αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομένο τριφύλλι
Mαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.

Ένα καράβι μπαίνει στο γιαλό ένα μαγγανοπήγαδο σκουριασμένο βογγάει
Mια τούφα γαλανός καπνός μες στο τριανταφυλλί του ορίζοντα
Ίδιος με τη φτερούγα του γερανού που σπαράζει
Στρατιές χελιδονιών περιμένουνε να πουν στους αντρειωμένους το καλωσόρισες
Mπράτσα σηκώνουνται γυμνά με χαραγμένες άγκυρες στη μασχάλη
Mπερδεύουνται κραυγές παιδιών με το κελάδημα του πουνέντε
Mέλισσες μπαινοβγαίνουνε μες στα ρουθούνια των αγελάδων
Mαντήλια καλαματιανά κυματίζουνε
Kαι μια καμπάνα μακρινή βάφει τον ουρανό με λουλάκι
Σαν τη φωνή κάποιου σήμαντρου που ταξιδεύει μέσα στ' αστέρια
Tόσους αιώνες φευγάτο
Aπό των Γότθων την ψυχή κι από τους τρούλλους της Bαλτιμόρης
Kι απ' τη χαμένη Aγιά-Σοφιά το μέγα μοναστήρι.
Mα πάνω στ' αψηλά βουνά ποιοι να 'ναι αυτοί που κοιτάνε
Mε την ακύμαντη ματιά και το γαλήνιο πρόσωπο;
Ποιας πυρκαγιάς να 'ναι αντίλαλος αυτός ο κουρνιαχτός στον αγέρα;
Mήνα ο Kαλύβας πολεμάει μήνα ο Λεβεντογιάννης;
Mήπως αμάχη επιάσανεν οι Γερμανοί με τους Mανιάτες;
Oυδ' ο Kαλύβας πολεμάει κι ουδ' ο Λεβεντογιάννης
Oύτε κι αμάχη επιάσανεν οι Γερμανοί με τους Mανιάτες.
Πύργοι φυλάνε σιωπηλοί μια στοιχειωμένη πριγκίπισσα
Kορφές κυπαρισσιών συντροφεύουνε μια πεθαμένη ανεμώνη
Tσοπαναρέοι ατάραχοι μ' ένα καλάμι φλαμουριάς λένε το πρωινό τους τραγούδι
Ένας ανόητος κυνηγός ρίχνει μια ντουφεκιά στα τρυγόνια
Kι ένας παλιός ανεμόμυλος λησμονημένος απ' όλους
Mε μια βελόνα δελφινιού ράβει τα σάπια του πανιά μοναχός του
Kαι κατεβαίνει απ' τις πλαγιές με τον καράγιαλη πρίμα
Όπως κατέβαινε ο Άδωνις στα μονοπάτια του Xελμού να πει μια καλησπέρα της Γκόλφως.

Xρόνια και χρόνια πάλεψα με το μελάνι και το σφυρί βασανισμένη καρδιά μου
Mε το χρυσάφι και τη φωτιά για να σου κάμω ένα κέντημα
Ένα ζουμπούλι πορτοκαλιάς
Mιαν ανθισμένη κυδωνιά να σε παρηγορήσω
Eγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Kαι με τη χαίτη του φεγγαριού σ' αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομένο τριφύλλι
Mαύρη μεγάλη μοναξιά με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.
__________

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2015

Αγία Φωτεινή: Η απίθανη ιστορία μιας εκκλησίας-έργου τέχνης στην Αρχαία Μαντίνεια


Ο Κώστας Παπαθεοδώρου δημιούργησε ένα αριστουργηματικό έργο ζωής που δεν μοιάζει με τίποτα άλλο. 


Από τον Μ.ΗULOT 

Στη λίστα με τις πιο παράξενες εκκλησίες του κόσμου, δίπλα στην Santuario della Madonna delle Lacrime στις Συρακούσες και στην La Sagrada Familia του Γκαουντί στη Βαρκελώνη μπορείς άνετα να τοποθετήσεις την εκκλησία της Αγίας Φωτεινής στον κάμπο της Αρχαίας Μαντίνειας, -είναι τόσο εντυπωσιακή που ακόμα και αν δεν την έχεις ακουστά, περνώντας τυχαία από την περιοχή είναι αδύνατο να μην σταματήσεις να την θαυμάσεις. 
Το κακό είναι ότι δύσκολα περνάς τυχαία από εκεί. Η εκκλησία της Αγίας Φωτεινής δεν βρίσκεται πάνω σε κεντρικό δρόμο, βρίσκεται χτισμένη απέναντι από τον αρχαιολογικό χώρο της Αρχαίας Μαντίνειας, μέσα στον κάμπο, 13 χιλιόμετρα βόρεια της Τρίπολης, οπότε για να την δεις πρέπει να κάνεις τον κόπο να πας μέχρι εκεί. Για τους ειδικούς, σαν τον Ισπανό αρχιτέκτονα και πολεοδόμο Αλφόνσο Τορίμπιο, «η Αγία Φωτεινή δίνει την εντύπωση ζώντος κτιρίου. Κινείται προσπαθώντας να περιστραφεί γύρω από τον άξονά της. Δεν υπάρχει ορθή γωνία στο κτίσμα. Αναπνέει τον αρκαδικό αέρα και τα ακροκέραμα παίρνουν τη φορά του ανέμου που φυσά απ" την Ανατολή». Κατεβαίνοντας από Αθήνα την εθνική οδό Αθηνών-Τριπόλεως, μετά διόδια της Νεστάνης στρίβεις δεξιά προς Λεβίδι, Βυτίνα, Αρχαία Ολυμπία και σε τρία χιλιόμετρα πάλι δεξιά, προς Αρχαία Μαντίνεια [πρόσεχε να μην προσπεράσεις την ταμπέλα]. 
Σε τρία χιλιόμετρα συναντάς στο αριστερό σου χέρι την Αγία Φωτεινή. Η Αγία Φωτεινή είναι ένα κτίριο που διχάζει και ο καθένας το βλέπει με τον δικό του τρόπο. Και ανάλογα με τα γούστα του, μπορεί να το χαρακτηρίσει από εντυπωσιακό και αριστούργημα μέχρι κακόγουστο και έκτρωμα [εμείς είμαστε με τους πρώτους]. Η αλήθεια είναι ότι όμοιό του δεν συναντάς πουθενά στην Ελλάδα, δεν μπορείς να το κατατάξεις σε κάποια συγκεκριμένη αρχιτεκτονική και με έναν παράξενο τρόπο συνδυάζει στοιχεία της αρχαίας Ελλάδας με το χριστιανικό πνεύμα, όπως τα εμπνεύστηκε και τα υλοποίησε ο δημιουργός του, ο μέγας Κώστας Παπαθεοδώρου, αρχιτέκτονας, ζωγράφος και αγιογράφος που σίγουρα δεν έχει εκτιμηθεί ακόμα όσο του αξίζει. Το χρονικό της δημιουργία της εκκλησίας που ξεκίνησε λίγο πριν το 1970 και ολοκληρώθηκε –εξωτερικά- το 1973 έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Η παραγγελία έγινε από τον Μαντινειακό Σύνδεσμο που έψαχναν κάποιον αρχιτέκτονα να τους χτίσει έναν ναό μεγαλοπρεπή και ξεχωριστό και, ακόμα και σήμερα, η επιλογή του Παπαθεοδώρου δεν φαίνεται απλά επαναστατική αλλά εξωφρενική. Κανείς δεν ξέρει πώς τα μέλη ενός τόσο συντηρητικού διοικητικού συμβουλίου τον επέλεξαν και του εμπιστεύτηκαν ένα τόσο τολμηρό σχέδιο σε μια περιοχή ιστορικής σημασίας όπως η Αρχαία Μαντίνεια και μάλιστα μέσα στην χούντα. Ο Παπαθεοδώρου που ήταν μαθητής του Πικιώνη, την εποχή που τον προσέγγισαν δούλευε στο Υπουργείο Πολιτισμού πλάι στον αείμνηστο Σπύρο Μαρινάτο, θέση αξιοζήλευτη την εποχή εκείνη. Για να δουλέψει στη δημιουργία της Αγίας Φωτεινής παραιτήθηκε από τη θέση στο υπουργείο και αφοσιώθηκε σε αυτή ολοκληρωτικά, θωρώντας την έργο ζωής. 
Και ήταν. «Για μένα αυτό ήταν όνειρο ζωής» λέει ο ίδιος. «Όταν είδα την περιοχή με τα αυτοσχέδια καλυβάκια, τις αχυρένιες στέγες, το πράσινο, είπα ότι πρόκειται για το ιδανικό σημείο. Σε έναν χώρο που περιβάλλεται από το Μαίναλο, το Αρτεμίσιο, το όρος όπου ο Ηρακλής καθάρισε την κόπρο του Αυγεία, μια περιοχή με απλότητα, φτωχικότητα και αφέλεια που επεδίωκα μέσα από το έργο μου. Αυτό το ταπεινό και το απλοϊκό είμαστε ή τουλάχιστον ήμασταν εμείς οι Έλληνες. Και, εξάλλου, ο τόπος λατρείας του Θεού δεν χρειάζεται να είναι πολύπλοκος». Όσοι έζησαν από κοντά την ανέγερση του ναού αναφέρουν ότι ο αρχιτέκτονας «άλλοτε τριγύριζε ανάμεσα στα χώματα της Μαντινείας και άλλοτε περιπλανιόταν μοναχός στα στενά της Τρίπολης. Ξεδιάλεγε από τις μάντρες παλαιά υλικά, τα έπαιρνε μαζί του κι έπειτα τα σμίλευε με τα χέρια για να βρουν τη θέση τους στο οικοδόμημα που έμελλε να σημαδέψει την πορεία του. Ήταν ένας παράξενος άνθρωπος. Για έξι μήνες ζούσε σε ένα αντίσκηνο δίπλα στο κτίσμα του, ώστε να μη χάνει πολύτιμο χρόνο, αφού εργαζόταν εκεί ολόκληρη την ημέρα, παρέα με λίγους ανειδίκευτους εργάτες από τα γύρω χωριά». 
Ο Παπαθεοδώρου που ήταν μαθητής του Πικιώνη, την εποχή που τον προσέγγισαν δούλευε στο Υπουργείο Πολιτισμού πλάι στον αείμνηστο Σπύρο Μαρινάτο, θέση αξιοζήλευτη την εποχή εκείνη. Για να δουλέψει στη δημιουργία της Αγίας Φωτεινής παραιτήθηκε από τη θέση στο υπουργείο και αφοσιώθηκε σε αυτή ολοκληρωτικά, θωρώντας την έργο ζωής. Και ήταν. Η αφήγηση του συντάκτη του εκτενούς άρθρου για τον Παπαθεοδώρου στην εφημερίδα της Τρίπολης Οδός Αρκαδίας είναι πολύ γλαφυρή: «Είτε καλοκαίρι ήταν, είτε χειμώνας, είτε πρωί, είτε λιόγερμα, μέσα στα απομεινάρια των μπαζών, των μπαζών από ξακρίδια μαρμάρων λατομείου και παλιών υλικών κατεδαφισμένων οικοδομών ή μέσα σε κομμάτια συμπαγών κεραμιδιών αλλά και πέτρινων αγκωναριών, τον έβλεπες όταν περνούσε, με τα πόδια ή το ποδήλατο, "το φάντασμα της Αρχ. Μαντινείας", έναν ανθρωπάκο να κινείται μέσα στα χίλια-δυο φερτά υλικά ως "χαμένος", να σηκώνει πέτρες, να μετράει, να ανασκαλεύει, πότε μόνος και πότε μ' ένα-δυο "ανειδίκευτα" περί την Αρχιτεκτονική παιδαρέλια, ο ίδιος με το καλέμι να χτυπάει και να δίνει μορφή και ψυχή στ' άψυχα κομμάτια –τα κομμάτια για πέταμα– του μάρμαρου ή της μαντινειακής πέτρας. 
Επρόκειτο για έναν "παράξενο" άνθρωπο που βολόδερνε πότε μέσα στα γήινα φερτά μπάζα και πότε μονήρης στους δρόμους της Τριπολιτσάς. Τον έβλεπες κι έλεγες "τι θέλει αυτός, εδώ, και τι κάνει ανάμεσα στα μπάζα;". Κι όμως, το "ακαταλαβίστικο" για πολλούς σιγά-σιγά έπαιρνε όγκο και σχήμα, οπότε και οι πολύ δύσκολοι αναρωτιούνταν "ρε μπας και δεν είναι έτσι τα πράγματα και πως κάτι το μεγαλειώδες εδώ ανεγείρεται;". Μέχρι που το όλο δημιούργημα τελείωσε, επιτέλους, οπότε "χαράς ευαγγέλια" στον Αρχιτέκτονα-Ζωγράφο-Αγιογράφο άνθρωπο της κουλτούρας και φιλοσοφημένο Κώστα Παπαθεοδώρου, "χαράς ευαγγέλια" σε όλους εμάς, "χαράς ευαγγέλια" σε όλους τους φιλότεχνους Έλληνες που απ' όλα τα σημεία της Ελλάδας έρχονταν κι έρχονται προς επίσκεψη και θαυμασμό αν και ακόμα αυτό το έργο δεν έχει προβληθεί, ή αυτό το λίγο που έχει, μάλλον από σύμπτωση». Η πρωτοποριακή εκκλησία της Αγίας Φωτεινής που είχε χαρακτηριστεί από τον Γιάννη Τσαρούχη «Φλέβα νερού για τους διψώντες» προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί αντικρουόμενες κριτικές, διαφωνίες και αντιπαραθέσεις. 
Μάλιστα πριν από μερικά χρόνια προκάλεσε και την παρέμβαση της επίσημης εκκλησίας που απαίτησε -και τελικά κατάφερε να επιβάλλει- την αντικατάσταση κάποιων αγιογραφιών. «Όταν είδα την εκκλησιά ένοιωσα την αγαλλίαση που μου δίνει η αναμενόμενη διαμαρτυρία που πνίγεται» είχε πει ο Τσαρούχης. «Άκουσα πως ο αρχιτέκτονας πρωτομάστορας Κώστας Παπαθεοδώρου χαρακτηρίστηκε ως 'πιθηκίζων αρχιτέκτονας'. Εκείνο όμως που βρήκα εγώ αγγίζοντας την εκκλησιά ήταν ένας γνήσιος σπαραγμός και μια απελπισμένη εξομολόγηση. Αυτά τα σπάνια πράγματα σε μια εποχή ψεύτικου καθωσπρεπισμού και παράλογου ρασιοναλισμού παίρνουν τη σημασία μιας φλέβας νερού σε περιόδους μεγάλης ξηρασίας». Ο ίδιος ο κ. Παπαθεοδώρου εξηγεί: «Η εκκλησία είναι φτιαγμένη σε επίπεδα που το ένα φαίνεται να πατάει επάνω στο άλλο. Άλλωστε, η κίνηση διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο σύνολο της εκκλησίας. Το άνω τελείωμα του ναού μοιάζει με αέτωμα, αλλά βουλιάζει όπως τα φτωχά καλυβάκια του κάμπου της Μαντινείας. Συγχρόνως ο ναός κάμπτεται ψηλά από το βάρος των πολλών Αγίων. 
Ορισμένα τμήματα του ναού, όπως οι κίονες, έχουν σμιλευτεί με τρόπο που δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι κάποτε ήταν φτιαγμένοι από ξύλο και στη συνέχεια αντικαταστάθηκαν από μάρμαρο, όπως ακριβώς συνέβη με τους ναούς κατά την αρχαιότητα. Εκτός από βυζαντινά, αρχαιοελληνικά και λαογραφικά στοιχεία διαθέτει επίσης λεπτομέρειες που συναντώνται σε καθολικούς ναούς. Στο εσωτερικό συναντά κανείς, μεταξύ άλλων, ψηφιδωτά από τον Ιππόλυτο του Ευριπίδη, τις τέσσερις εποχές, παραστάσεις από την αρχαία μυθολογία που ταυτίζονται ή συμπορεύονται με χριστιανικούς μύθους. 
Η Μέδουσα, η Αριάδνη, ο Θησέας, ο Πίνδαρος, αλλά και ο Παπαδιαμάντης δίνουν σιωπηλούς αγώνες για να συναντηθούν με τους αγίους της Χριστιανοσύνης. Οι μετώπες δεν είναι οι κλασικές τρίγλυφες αλλά τετράγλυφες, για να περιλαμβάνουν όλα τα προηγούμενα συν το σήμερα, οι Άγιοι είναι φτιαγμένοι προσηνείς με ανθρώπινες μορφές, ενώ πριν από μερικά χρόνια στις αγιογραφίες ο Ιησούς, οι Άγιοι, ο Ιούδας παρουσιάζονταν με καθημερινά σύγχρονα πρόσωπα 'δανεισμένα' από την περιοχή της Τρίπολης, φορώντας τζιν και ρούχα της εποχής. Οι αγιογραφίες αντικαταστάθηκαν ύστερα από την πολεμική που δέχτηκε ο δημιουργός και ο Σύνδεσμος». Για τους ειδικούς, σαν τον Ισπανό αρχιτέκτονα και πολεοδόμο Αλφόνσο Τορίμπιο, «η Αγία Φωτεινή δίνει την εντύπωση ζώντος κτιρίου. Κινείται προσπαθώντας να περιστραφεί γύρω από τον άξονά της. Δεν υπάρχει ορθή γωνία στο κτίσμα. Αναπνέει τον αρκαδικό αέρα και τα ακροκέραμα παίρνουν τη φορά του ανέμου που φυσά απ” την Ανατολή». Εκτός από τον κυρίως ναό στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας χτίστηκαν δύο «αρχαιοελληνικές» κατασκευές. 
Το αρχαιοπρεπές οικοδόμημα, το «Ηρώον», προς τιμή όλων εκείνων που αγωνίστηκαν για την πατρίδα και κατάγονται από τα Δ.Δ. του Δήμου Μαντινείας και στα δυτικά της εκκλησίας το «Φρέαρ Ιακώβ» που συμβολίζει τη συνάντηση του Ιησού με τη Σαμαρείτιδα. Όταν επισκεφτείς την εκκλησία και τα δεις δίπλα της έχεις την ψευδαίσθηση ότι είναι αρχαία, ακόμα και όταν γνωρίζεις ότι χτίστηκαν πριν από 40 περίπου χρόνια. Αυτή είναι μια κουβέντα με τον σημαντικό αρχιτέκτονα για το χρονικό της δημιουργίας της εκκλησίας: Ποιός είναι ο Κ. Παπαθεοδώρου; Η καταγωγή των γονιών μου είναι από τον Αρκαδικό Ατσίχωλο. Γεννήθηκα το 1937 κι έζησα τα παιδικά χρόνια μου στη Χαλκίδα όπου ήρθαν οι γονείς μου, με τον πατέρα μου ν” ασχολείται με το εμπόριο ενώ η μάνα μου ήταν μυλωνού στον Ατσίχωλο. Ήμασταν οκτώ αδέλφια, τα πέντε εν ζωή, σήμερα. Μεταξύ αυτών κι η αδελφή μου, η οποία είναι ποιήτρια, γλύπτρια, ζωγράφος και φιλόσοφος. Αποφοίτησα από το Γυμνάσιο στη Χαλκίδα, πήγα στη Βιέννη και μετά στο Βερολίνο για να σπουδάσω Αρχιτεκτονική. 
Στρατεύθηκα στην Ελλάδα. Γύρισα στο Άαχεν και συνέχισα τις σπουδές μου με φιλέλληνες καθηγητές αλλά και εξαίρετους Αρχιτέκτονες που ήθελαν την Αρχιτεκτονική ν” ανεβαίνει, προς τα επάνω, προς τα θεία και ανώτερα πράγματα. Αυτό μ’ επηρέασε πολύ όπως και ο Γερμανικός πολιτισμός, ο οποίος κατάγεται από τον Ελληνικό. Γι’ αυτό πέτυχε η Γερμανία, διότι πήρε ό,τι καλύτερο από την Ελλάδα. Αυτός είναι και ο Ελληνοχριστιανικός πολιτισμός, δηλαδή το χριστιανικό πνεύμα είναι συνέχεια του αρχαίου ελληνικού. Σε αυτά βασίστηκα, δηλαδή στο σεβασμό της αρχαιότητας και τη συνέχεια των αρχαίων που είναι ο χριστιανικός πολιτισμός. Τα ένωσα αυτά τα δυο στην Αγία Φωτεινή και μερικοί με παρεξήγησαν ως ειδωλολάτρη. Αυτό είναι λάθος. Υπάρχει συγγένεια χριστιανισμού και αρχαιότητας. Είναι μια προσπάθεια να βρω το θεό που δε φαινότανε, αλλά τον βλέπαμε μέσα από τα έργα του που ήταν φιλόθεα. Αυτό τον φιλοθεϊσμό τον συνέχισαν οι Έλληνες των χριστιανικών εποχών. Επιστρέφω το 1967 στην Ελλάδα κι εργάζομαι στο Υπουργείο Πολιτισμού για τρία χρόνια, με τον τότε μεγάλο Σπύρο Μαρινάτο. Στο Υπουργείο Πολιτισμού βρίσκω το έδαφός μου, μού άρεσε πολύ το εκεί κλίμα και αυτό που έκανα, διότι το Υπουργείο Πολιτισμού ήταν κι είναι το καλύτερο Υπουργείο στην Ελλάδα, το πιο ενδιαφέρον. 
 —Πώς έρχεσαι σ’ επαφή με το Μαντινειακό Σύνδεσμο; 
Κάποια στιγμή ήρθε στο Υπουργείο Πολιτισμού ο Κ. Καλτεζιώτης, ο πατέρας του βουλευτή Νίκου, -αλλά και ο ίδιος ο βουλευτής- ως πρόεδρος του Μαντινειακού, με την πρόθεση του Συνδέσμου να φτιάξει μια εκκλησία στην Αρχαία Μαντίνεια. Ήρθε στον κατάλληλο άνθρωπο. Του είπα, λοιπόν, ότι δεν πρέπει, στο μέρος αυτό να γίνει μια συνηθισμένη εκκλησία, αλλά ένα έργο που να ανταποκρίνεται στο χώρο και την ιστορικότητά του. Γνώριζα τη Διοτίμα, το Συμπόσιο του Πλάτωνα, τον Αντίνοο, που μαζί με τον αυτοκράτορα Ανδριανό είχαν έρθει στη Μαντίνεια, στο Μουσείο. Όμως εγώ δεν ήξερα τον τόπο. Όταν είδα τον τόπο, είπα μέσα μου εδώ είναι η Ελλάδα. Τα είχε όλα τα πλεονεκτήματα: το περιβάλλον καταπράσινο κι οι άνθρωποι ήταν υπέροχοι με μια αρχαΐζουσα συμπεριφορά και προφορά. Αυτό, λοιπόν, θέλησα να αξιοποιήσω, δηλαδή να μεταφράσω και να συνδέσω την ανθρώπινη ποιότητα σε κτίσμα.·Και θέλησα αυτό το κτίσμα να μιλάει, με τη θεολογία στην ψυχή του ανθρώπου και μέσα εκεί να υπάρχει όλη η αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Δώσαμε τα χέρια, λοιπόν, με τον Κ. Καλτεζιώτη, αφού παρουσίασα τα σχέδιά μου στο Σύνδεσμο.·Και ενώ θα μπορούσα να παραμείνω στο Υπουργείο Πολιτισμού και εκ παραλλήλου να προχωρώ και την εκκλησία, παραιτήθηκα από το Υπουργείο -κάτι που ξένισε το Μαρινάτο, ο οποίος με ήθελε πολύ! 
 —Πώς ο συντηρητικός Μαντινειακός Σύνδεσμος ενέκρινε τα τολμηρά σχέδιά σου; 
Ήταν άνθρωποι ναι μεν συντηρητικοί, όμως είχαν πάρα πολύ σωστή παιδεία, παιδεία της κλασικής Ελλάδας. Αυτό το είχαν μέσα τους. Ήταν τότε ο Κ. Καλτεζιώτης, ο Ν. Καλτεζιώτης, ο εν αποστρατεία ανάπηρος, ο Θανάσης Κοτσιάνης ο Γυμναστής, ο δικηγόρος Σταθόπουλος με ωραίες σκέψεις. Όλοι τους είχαν μια σύμπνοια στον πνευματικό χώρο κι είχαν γνώσεις της αρχαίας Ελλάδας, αλλά ήταν κι απλοί, αφανάτιστοι χριστιανοί. 
Ήταν Αρκάδες. Τα σχέδιά μου τα δέχθηκαν αμέσως. Δε μιλήσαμε για τα οικονομικά κι ούτε έδωσα κι εγώ σημασία. Όλα έγιναν και γίνονται εκ Θεού. Οι περαστικοί και ο πέριξ κόσμος βλέπανε να προχωρεί το έργο, το αγάπησαν και βοήθησαν οικονομικώς το Σύνδεσμο, ώστε να συγκεντρώσει τα διάφορα υλικά που προέρχονταν από λατομεία, κατεδαφίσεις οικημάτων. Αυτά τα υλικά δεν τα χρησιμοποιούσα απευθείας αλλά τα μετέτρεπα ανάλογα. Εργαζόμουνα από τα χαράματα μέχρι τη δύση του ήλιου και ήμουνα ο ίδιος επάνω κατ’ επάνω, με ένα-δυο εργάτες από τα γύρω χωριά που πολλές φορές ήταν και όχι τόσο ειδικοί. Σ’ αυτούς προσπαθούσα να εμφυσήσω την όρεξη και με το να είμαι εκεί, αλλά και με το να τους λέω κάποια πράγματα γύρω από την αρχαία Ελλάδα και τον πολιτισμό της, που, ενώ προχωρούσε το έργο, έπαιρνε μια μοντέρνα εικόνα. Όμως εγώ κρατούσα προς τα πίσω χωρίς να γίνομαι συντηρητικός. Ήταν μια λεπτή και δύσκολη ισορροπία. Να κρατηθεί το αρχαίο, ενώ ταυτόχρονα να υπάρχει και το καινούργιο. —Χρονικά; Θεμελιώθηκε το 1970 με το δεσπότη Θεόκλητο, άνθρωπο μορφωμένο, απλό, με συμπεριφορά ανθρώπινη. Ενθουσιάστηκε με το έργο και πολλά απογεύματα ερχόταν και παρατηρούσε. Εγώ όταν δούλευα δεν ήμουνα δούλος και σκλάβος των σχεδίων μου, αλλά τα προχωρούσα όπως κάνει ο σκηνοθέτης σε μια θεατρική παράσταση, δηλαδή τα βελτίωνα ώστε να πάρει μια ελευθερία το κτίριο. Εννοείται πως δεν ξεπερνούσα τα όρια. Τελείωσε το 1973, το φθινόπωρο και το 1974 συνεχίσαμε το εσωτερικό, το τέμπλο. Το 1975 προχωρήσαμε τα ψηφιδωτά δάπεδα. Περάσαμε στη θεμελίωση του Ηρώου το 1976, απέναντι από το Ναό, και το 1980 θεμελιώσαμε το Φρέαρ του Ιακώβ. 
 —Οικονομικά; 
Αυτό δεν το γνωρίζω διότι δεν έδωσα σημασία στα χρήματα. Εργαζόμουνα ως ένας μεροκαματιάρης. Βλέπεις, η Αγία Φωτεινή για μένα είναι έργο ζωής. Το καμαρώνω αυτό το έργο τόσο πολύ σαν ένα δικό μου παιδί –έχω δυο παιδιά. 
 —Στην αρχή αγιογράφησες, το Ναό, κατ’ επαναστατικό τρόπο, όμως προ 15ετίας χάλασες αυτές τις εικόνες για να τις μετατρέψεις σε λίγο βυζαντινές… Η μετατροπή είναι μια άλλη ζωγραφική προσπάθεια στο να αποδώσω όλα αυτά που θέλω να πω με περισσότερη θεολογική σκέψη και λιγότερη ζωγραφική. Και μέσα σε αυτή τη ζωγραφική προσπάθησα να εισαγάγω και το ζωγραφικό τρόπο, όμως, να μιλάει θεολογικά και λιγότερο περιγραφικά. Με ενδιέφερε περισσότερο να παραστήσω το θρόνο του Θεού δίπλα στον Παντοκράτορα, ένα θρόνο κενό, κάτι σαν το «Κύριος ητοίμασεν τον ουρανόν τον θρόνον αυτού». Αυτόν τον θρόνο ετοίμασα. Δίπλα έβαλα τους τέσσερις Ευαγγελιστές με τους Αγγέλους να κρατούν τα εξαπτέρυγα αλλά και τα σύμβολα, όπως το λέοντα, ώστε να θυμίζουν λίγο την Αρχαιότητα, αφού οι Ευαγγελιστές ήταν στην αρχαιότητα. 
 —Πότε ευελπιστείς να τελειώσει όλο αυτό το αριστουργηματικό συγκρότημα; 
Θα εξαρτηθεί από τα οικονομικά του Συνδέσμου… 
 —Μετέπειτα δέχθηκες, και καλές κριτικές, και άσχημες. Άλλοι μιλούσαν γι” αριστούργημα κι άλλοι για έκτρωμα… Ναι, ευνοϊκά εκφράσθηκαν ο Ν. Μουτσόπουλος, ο Αρχιτέκτονας στο Πολυτεχνείο Θεσσαλονίκης, ο αρχαιολόγος Θεόδωρος Σπυρόπουλος αλλά και ο Σταν Χάουρ που ήταν Έφορος στην Εφορία Αρχαιοτήτων της Σπάρτης, ο Γιάννης Τσαρούχης. Δυσμενώς, εκφράσθηκαν… -τέλος πάντων, δε θέλω να πω, το θεωρώ παρεξήγηση. Αρκεί να πω ότι ενώ με είχαν κατηγορήσει ως ειδωλολάτρη στην ηγουμένη της Έλωνας, αυτή τους έλεγε «ας είναι ό,τι να ’ναι, εγώ αυτόν θέλω να μου φτιάξει». 
 —Έχεις αγιογραφήσει άλλο ναό; 
Όχι,· κι ούτε θα μ” ενδιέφερε.
 —Με τη ζωγραφική; 
Έχω κάνει πολλή ζωγραφική, όμως δεν είναι στα χέρια μου. Έχω κάνει έκθεση στην Αθήνα και λίγο στην Τρίπολη (πλατεία Άρεως, υπαίθρια). —Ποια τα μελλοντικά σου σχέδια, εννοώ τα αρχιτεκτονικά… Αυτό που θα ήθελα ήταν να παρουσιάσω όλα τα έργα μου σε ένα καινούργιο βιβλίο -γιατί έχω κάνει ένα βιβλίο για την Αγία Φωτεινή. Ήθελα να περάσω τόσο με την Αγία Φωτεινή όσο και με τα άλλα κτίσματα πέριξ κάτι πιο πολύ φιλανθρωπικό,·δηλαδή την αγάπη για τον άνθρωπο. Που σημαίνει ότι για να αγαπήσουμε τον άνθρωπο πρέπει ν’ αγαπήσουμε πρώτα το Θεό.·Και για να αγαπήσουμε το Θεό πρέπει να γίνουμε πάρα πολύ μικροί και μέσα από αυτή τη σμίκρυνση να καταλάβουμε το μέγεθος κυρίως του Υιού του, ο οποίος ταυτίζεται με τον πατέρα·και κυρίως με το Άγιο Πνεύμα που ήθελα πάντα να μας κρατάει ζωντανούς… Η Αρχιτεκτονική είναι, ουσιαστικά, θεολογία.
 —Ποιες οι δυσκολίες που συνάντησες κατά τη δημιουργία του έργου σου; Πλην των Γερμανών που με άφησαν ελεύθερο και δημιούργησα, όλοι οι άλλοι πάντα μου φέρονταν με καχυποψία, μη εκείνο, μη το άλλο… 

 —Η ζωή σου είναι κοσμοκαλογερίστικη; 
Κατά κάποιον τρόπο, ναι. Δεν ήμουν ποτέ υπέρ των διασκεδάσεων. Πάντα ταίριαζα μόνο με τους φίλους μου. Έκανα παρέα εδώ στην Τρίπολη με το ζωγράφο Αντώνη Γκλίνο, τον άλλο ζωγράφο Δημήτρη Κούρο, Θεόδωρο Γιαννακόπουλο. Στην Αγία Φωτεινή πηγαινορχόμουνα με το λεωφορείο. Οι συνεργάτες μου στην οικοδόμηση ήταν απλοί εργάτες της οικοδομής, χρησιμοποιούσαμε χτένια, κόφτη, χωρίς ρεύμα, με γεννήτρια. Ήταν ένα έργο με μεγάλες δυσκολίες που μας βοήθησε ο Θεός και προχώρησε. 
 —Ο Μητροπολίτης Αλέξανδρος πώς στέκεται εμπρός στο δημιούργημα της Αγίας Φωτεινής; Ίσταται, θα έλεγα, ουδέτερος. Δεν μας ενοχλεί. Ίσως να μην είναι και τόσο ενθουσιασμένος διότι βλέπει τα πράγματα μέσα από το δόγμα, το οποίο δόγμα, έχει το γράμμα του νόμου. Ο Υιός του Θεού δεν ήρθε στον κόσμο για να μας δεσμεύσει, αλλά για να μας δώσει μια ελευθερία εν Χριστώ. Ούτε ο Θεόκλητος, ούτε ο Αλέξανδρος έχουν λειτουργήσει στην Αγία Φωτεινή. Έρχεται ο Θεόκλητος Αθανασόπουλος. Αυτό, βέβαια, είναι μια υποβάθμιση της θεολογικής αξίας της Αγίας Φωτεινής, δεν συμφωνώ με αυτόν τον υποβιβασμό, διότι έτσι, υποβιβάζουμε ολόκληρο τον ελληνικό πολιτισμό. Οι εκκλησίες πρέπει να είναι έκθεση και του πολιτισμού μας. 
 —Η ιδέα πώς σου ήρθε να φτιάξεις της Αγία Φωτεινή; 
Δεν ήταν απλά ιδέα, είναι έργο πόθου, πόθος για το Θεό. Από τα γυμνασιακά και φοιτητικά χρόνια μου ονειρευόμουνα αυτό, δηλαδή την αποτύπωση του Αγίου Πνεύματος σε ένα κτίσμα, το οποίο Άγιο Πνεύμα, να κινείται περί τον άξονά του, ο Θεός ο ίδιος να κινείται περί τον άξονά του, να εκφράζεται η κίνηση που εξέφραζαν και ο Θαλής και ο Ηράκλειτος που έλεγαν «ο Θεός βρίσκεται στην κίνηση». Η λέξη Θεός προέρχεται από τη λέξη που αναφέρει ο Πλάτων: το ρήμα θέω σημαίνει κινούμαι, τρέχω. Αυτό μου άρεσε πάρα πολύ. Η Αγία Φωτεινή είναι μία σύζευξη της Αρχαίας Ελλάδας με το Χριστιανικό Πνεύμα κι ενδυνάμωση του χριστιανικού πνεύματος από τα αρχαία μας έργα και αντιστρόφως, καταξίωση της Αρχαιότητας με τη βοήθεια του Χριστού. 
 —Θα μπορούσαμε να κατατάξουμε την Αγία Φωτεινή, ως κτίσμα, σε κάποιο εκκλησιαστικό ρυθμό; Όχι, δεν ανήκει πουθενά.· Π.χ. το άνω τελείωμα του ναού δεν είναι αέτωμα, απολύτως, αλλά είναι κεκαμμένο όπως τα φτωχά καλυβάκια του κάμπου της Μαντινείας που είναι πλίθινα. Αυτό το βούλιασμα μου άρεσε πάρα πολύ.·Συγχρόνως ο ναός κάμπτεται ψηλά από το βάρος των πολλών Αγίων. Ο ναός της Αγίας Φωτεινής δεν είναι μόνο για την περιοχή της Μαντινείας αλλά πάει και πιο κει, σε μεγαλύτερη έκταση, οπότε γίνεται πράξη η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο. —Σε τι βάθος κατεβήκατε θεμελιώνοντας και τι βρήκατε; Σίγουρα, κάπου δυο μέτρα και σε ένα σημείο βρήκαμε ένα ολόγλυφο ανάγλυφο το οποίο είχε Σειληνούς και το παραδώσαμε στην Αρχαιολογία, -τότε ήταν ο Σταν Χάουρ. Βρήκαμε ακόμη ένα μικρό αρχιτεκτονικό. 

 Η συνέντευξη του κ. Παπαθεοδώρου δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Οδός Αρκαδίας. 

 Πηγή: www.lifo.gr