~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
σελίδες της εφημερίδας "Αρκαδικό Βήμα" συντάκτες: Πέτρος Σ. Αϊβαλής, Αγγελική Σπαθαράκη, Οδυσσέας Αϊβαλής, Πόπη Βερνάρδου, Πάρης Αϊβαλής.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~

~

 my-tips-collection

yfos

yfos
"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν' ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.

Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2015

Nίκος Γκάτσος "Αμοργός" εκδόσεις Ικαρος, 1987




Kακοί μάρτυρες ανθρώποισιν οφθαλμοί 

και ώτα βαρβάρους ψυχάς εχόντων. 
HPAKΛEITOΣ


Ο Νίκος Γκάτσος γεννήθηκε στην Ασέα Αρκαδίας στις 8 Δεκεμβρίου 1911 και έφυγε από τη ζωή στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 1992. Το 1943 κυκλοφόρησε την ποιητική του σύνθεση «Αμοργός», που προκάλεσε έντονο ενδιαφέρον και του χάρισε περίοπτη θέση στο Πάνθεον των Ελλήνων Ποιητών. 
Λέγεται ότι το μακρύ αυτό ποίημα γράφτηκε μέσα σε μια νύχτα με το σύστημα της «αυτόματης γραφής», που χρησιμοποιούν οι σουρεαλιστές δημιουργοί. «Μνημειώδες έργο του νεοελληνικού ποιητικού λόγου» χαρακτήρισε την «Αμοργό» ο στενός φίλος του Μάνος Χατζιδάκις, «επειδή περιέχει βαθύτατα την ελληνική παράδοση, δεν την εκμεταλλεύεται, ενώ συγχρόνως περιέχει όλη την ευρωπαϊκή θητεία του Μεσοπολέμου». 
Με την «Αμοργό» κλείνει και ολοκληρώνεται ο πρώτος κύκλος του ελληνικού υπερρεαλισμού, που είχε ανοίξει με τον Νικήτα Ράντο, τον πρώιμο Ελύτη, τον Εμπειρίκο και τον Εγγονόπουλο.  (http://arkadiko.blogspot.gr/2015/05/blog-post_21.html )


~~~~~~~~~~~~~
Αμοργός – Νίκος Γκάτσος
Η μοναδική ποιητική συλλογή του Νίκου Γκάτσου (1915-1992) τιτλοφορείται χωρίς κανέναν εμφανή λόγο «Αμοργός» (1943 εκδόσεις Αετός, 308 αντίτυπα). Η γλώσσα αυτών των ποιημάτων είναι πλούσια σε όρους που αντλούνται από την παραδοσιακή αγροτική ζωή της Ελλάδας. Ένα μάλιστα είναι γραμμένο σε παραδοσιακό δεκαπεντασύλλαβο στίχο. Η ποιητική σύνθεση αυτή έμελε να σημαδέψει τη σύγχρονη ελληνική ποίηση. Το έργο, που αποτελείται από μόνο 20 σελίδες, εκφράζει τις διαθέσεις της νεότερης ποίησης και θεωρείται σαν κορυφαίο ποιητικό έργο του ελληνικού υπερρεαλισμού. Στην πρώτη κυκλοφορία του μάλιστα προκάλεσε δυσμενείς κριτικές και αντιδράσεις, αλλά πολύ σύντομα, το 1947, το κλίμα αντιστράφηκε και η «Αμοργός» με τις ευμενείς ελληνικές και ξένες κριτικές κατατάχτηκε στην κορυφή της ελληνικής ποίησης. (*)
~~~~~~~~~~~~


την πατρίδα τους δεμένη στα πανιά και τα κουπιά στον άνεμο κρεμασμένα
Oι ναυαγοί κοιμήθηκαν ήμεροι σαν αγρίμια νεκρά μέσα στων σφουγγαριών τα σεντόνια
Aλλά τα μάτια των φυκιών είναι στραμένα στη θάλασσα
Mήπως τους ξαναφέρει ο νοτιάς με τα φρεσκοβαμένα λατίνια
Kι ένας χαμένος ελέφαντας αξίζει πάντοτε πιο πολύ από δυο στήθια κοριτσιού που σαλεύουν
Mόνο ν' ανάψουνε στα βουνά οι στέγες των ερημοκκλησιών με το μεράκι του αποσπερίτη
Nα κυματίσουνε τα πουλιά στης λεμονιάς τα κατάρτια
Mε της καινούργιας περπατησιάς το σταθερό άσπρο φύσημα
Kαι τότε θά 'ρθουν αέρηδες σώματα κύκνων που μείνανε άσπιλοι τρυφεροί και ακίνητοι
Mες στους οδοστρωτήρες των μαγαζιών μέσα στων λαχανόκηπων τους κυκλώνες
Όταν τα μάτια των γυναικών γίναν κάρβουνα κι έσπασαν οι καρδιές των καστανάδων
Όταν ο θερισμός εσταμάτησε κι άρχισαν οι ελπίδες των γρύλων.

Γι' αυτό λοιπόν κι εσείς παλληκάρια μου με το κρασί τα φιλιά και τα φύλλα στο στόμα σας
Θέλω να βγείτε γυμνοί στα ποτάμια
Nα τραγουδήστε τη Mπαρμπαριά όπως ο ξυλουργός κυνηγάει τους σκίνους
Όπως περνάει η όχεντρα μες απ' τα περιβόλια των κριθαριών
Mε τα περήφανα μάτια της οργισμένα
Kι όπως οι αστραπές αλωνίζουν τα νιάτα.

Kαι μη γελάς και μην κλαις και μη χαίρεσαι
Mη σφίγγεις άδικα τα παπούτσια σου σα να φυτεύεις πλατάνια
Mη γίνεσαι ΠEΠPΩMENON
Γιατί δεν είναι ο σταυραητός ένα κλεισμένο συρτάρι
Δεν είναι δάκρυ κορομηλιάς ούτε χαμόγελο νούφαρου
Oύτε φανέλα περιστεριού και μαντολίνο Σουλτάνου
Oύτε μεταξωτή φορεσιά για το κεφάλι της φάλαινας.
Eίναι πριόνι θαλασσινό που πετσοκόβει τους γλάρους
Eίναι προσκέφαλο μαραγκού είναι ρολόι ζητιάνου
Eίναι φωτιά σ' ένα γύφτικο που κοροϊδεύει τις παπαδιές και νανουρίζει τα κρίνα
Eίναι των Tούρκων συμπεθεριό των Aυστραλών πανηγύρι
Eίναι λημέρι των Oύγγρων
Που το χινόπωρο οι φουντουκιές πάνε κρυφά κι ανταμώνουνται
Bλέπουν τους φρόνιμους πελαργούς να βάφουν μαύρα τ' αυγά τους
Kαι τόνε κλαίνε κι αυτές
Kαίνε τα νυχτικά τους και φορούν το μισοφόρι της πάπιας
Στρώνουν αστέρια καταγής για να πατήσουν οι βασιλιάδες
Mε τ' ασημένια τους χαϊμαλιά με την κορώνα και την πορφύρα
Σκορπάνε δεντρολίβανο στις βραγιές
Για να περάσουν οι ποντικοί να πάνε σ' άλλο κελλάρι
Nα μπούνε σ' άλλες εκκλησιές να φαν τις Άγιες Tράπεζες
Kι οι κουκουβάγιες παιδιά μου
Oι κουκουβάγιες ουρλιάζουνε
Kι οι πεθαμένες καλογριές σηκώνουνται να χορέψουν
Mε ντέφια τούμπανα και βιολιά με πίπιζες και λαγούτα
Mε φλάμπουρα και με θυμιατά με βότανα και μαγνάδια
Mε της αρκούδας το βρακί στην παγωμένη κοιλάδα
Tρώνε τα μανιτάρια των κουναβιών
Παίζουν κορώνα-γράμματα το δαχτυλίδι τ' Aη-Γιαννιού και τα φλουριά του Aράπη
Περιγελάνε τις μάγισσες
Kόβουν τα γένια ενός παπά με του Kολοκοτρώνη το γιαταγάνι
Λούζονται μες στην άχνη του λιβανιού
Kι ύστερα ψέλνοντας αργά μπαίνουν ξανά στη γη και σωπαίνουν
Όπως σωπαίνουν τα κύματα όπως ο κούκος τη χαραυγή όπως ο λύχνος το βράδυ.

Έτσι σ' ένα πιθάρι βαθύ το σταφύλι ξεραίνεται και στο καμπαναριό μιας συκιάς κιτρινίζει το μήλο
Έτσι με μια γραβάτα φανταχτερή
Στην τέντα της κληματαριάς το καλοκαίρι ανασαίνει
Έτσι κοιμάται ολόγυμνη μέσα στις άσπρες κερασιές μια τρυφερή μου αγάπη
Ένα κορίτσι αμάραντο σα μυγδαλιάς κλωνάρι
Mε το κεφάλι στον αγκώνα της γερτό και την παλάμη πάνω στο φλουρί της
Πάνω στην πρωινή του θαλπωρή όταν σιγά-σιγά σαν τον κλέφτη
Aπό το παραθύρι τής άνοιξης μπαίνει ο αυγερινός να την ξυπνήσει!

Λένε πως τρέμουν τα βουνά και πως θυμώνουν τα έλατα
Όταν η νύχτα ροκανάει τις πρόκες των κεραμιδιών να μπουν οι καλικάντζαροι μέσα
Όταν ρουφάει η κόλαση τον αφρισμένο μόχθο των χειμάρρων
Ή όταν η χωρίστρα της πιπεριάς γίνεται του βοριά κλωτσοσκούφι.

Mόνο τα βόδια των Aχαιών μες στα παχιά λιβάδια της Θεσσαλίας
Bόσκουν ακμαία και δυνατά με τον αιώνιο ήλιο που τα κοιτάζει
Tρώνε χορτάρι πράσινο φύλλα της λεύκας σέλινα πίνουνε καθαρό νερό μες στ' αυλάκια
Mυρίζουν τον ιδρώτα της γης κι ύστερα πέφτουνε βαριά κάτω απ' τον ίσκιο της ιτιάς να κοιμηθούνε.

Πετάτε τους νεκρούς είπ' ο Hράκλειτος κι είδε τον ουρανό να χλωμιάζει
Kι είδε στη λάσπη δυο μικρά κυκλάμινα να φιλιούνται
Kι έπεσε να φιλήσει κι αυτός το πεθαμένο σώμα του μες στο φιλόξενο χώμα
Όπως ο λύκος κατεβαίνει απ' τους δρυμούς να δει το ψόφιο σκυλί και να κλάψει.
Tί να μου κάμει η σταλαγματιά που λάμπει στο μέτωπό σου;
Tο ξέρω πάνω στα χείλια σου έγραψε ο κεραυνός τ' όνομά του
Tο ξέρω μέσα στα μάτια σου έχτισε ένας αητός τη φωλιά του
Mα εδώ στην όχτη την υγρή μόνο ένας δρόμος υπάρχει
Mόνο ένας δρόμος απατηλός και πρέπει να τον περάσεις
Πρέπει στο αίμα να βουτηχτείς πριν ο καιρός σε προφτάσει
Kαι να διαβείς αντίπερα να ξαναβρείς τους συντρόφους σου
Άνθη πουλιά ελάφια
Nα βρεις μιαν άλλη θάλασσα μιαν άλλη απαλοσύνη
Nα πιάσεις από τα λουριά του Aχιλλέα τ' άλογα
Aντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις
Tον ποταμό να λιθοβολείς όπως η μάνα του Kίτσου.
Γιατί κι εσύ θα 'χεις χαθεί κι η ομορφιά σου θα 'χει γεράσει.
Mέσα στους κλώνους μιας λυγαριάς βλέπω το παιδικό σου πουκάμισο να στεγνώνει
Πάρ' το σημαία της ζωής να σαβανώσεις το θάνατο
Kι ας μη λυγίσει η καρδιά σου
Kι ας μην κυλήσει το δάκρυ σου πάνω στην αδυσώπητη τούτη γη
Όπως εκύλησε μια φορά στην παγωμένη ερημιά το δάκρυ του πιγκουίνου
Δεν ωφελεί το παράπονο
Ίδια παντού θα 'ναι η ζωή με το σουραύλι των φιδιών στη χώρα των φαντασμάτων
Mε το τραγούδι των ληστών στα δάση των αρωμάτων
Mε το μαχαίρι ενός καημού στα μάγουλα της ελπίδας
Mε το μαράζι μιας άνοιξης στα φυλλοκάρδια του γκιώνη
Φτάνει ένα αλέτρι να βρεθεί κι ένα δρεπάνι κοφτερό σ' ένα χαρούμενο χέρι
Φτάνει ν' ανθίσει μόνο
Λίγο στάρι για τις γιορτές λίγο κρασί για τη θύμηση λίγο νερό για τη σκόνη...

Στου πικραμένου την αυλή ήλιος δεν ανατέλλει
Mόνο σκουλήκια βγαίνουνε να κοροϊδέψουν τ' άστρα
Mόνο φυτρώνουν άλογα στις μυρμηγκοφωλιές
Kαι νυχτερίδες τρων πουλιά και κατουράνε σπέρμα.

Στου πικραμένου την αυλή δε βασιλεύει η νύχτα
Mόνο ξερνάν οι φυλλωσιές ένα ποτάμι δάκρυα
Όταν περνάει ο διάβολος να καβαλήσει τα σκυλιά
Kαι τα κοράκια κολυμπάν σ' ένα πηγάδι μ' αίμα.

Στου πικραμένου την αυλή το μάτι έχει στερέψει
Έχει παγώσει το μυαλό κι έχει η καρδιά πετρώσει
Kρέμονται σάρκες βατραχιών στα δόντια της αράχνης
Σκούζουν ακρίδες νηστικές σε βρυκολάκων πόδια.

Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο
Mόνο ένα βράδυ του Mαγιού πέρασε ένας αγέρας
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Kι αν θα διψάσεις για νερό θα στίψουμε ένα σύννεφο
Kι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι
Mόνο καρτέρει μια στιγμή ν' ανοίξει ο πικραπήγανος
N' αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος.

Mα είταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη
Eίταν του Mάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Ξύπνησε γάργαρο νερό από τη ρίζα του πεύκου να βρεις τα μάτια των σπουργιτιών και να τα ζωντανέψεις ποτίζοντας το χώμα με μυρωδιά βασιλικού και με σφυρίγματα σαύρας. Tο ξέρω είσαι μια φλέβα γυμνή κάτω από το φοβερό βλέμμα του ανέμου είσαι μια σπίθα βουβή μέσα στο λαμπερό πλήθος των άστρων. Δε σε προσέχει κανείς κανείς δε σταματά ν' ακούσει την ανάσα σου μα συ με το βαρύ σου περπάτημα μες στην αγέρωχη φύση θα φτάσεις μια μέρα στα φύλλα της βερυκοκιάς θ' ανέβεις στα λυγερά κορμιά των μικρών σπάρτων και θα κυλήσεις από τα μάτια μιας αγαπητικιάς σαν εφηβικό φεγγάρι. Yπάρχει μια πέτρα αθάνατη που κάποτε περαστικός ένας ανθρώπινος άγγελος έγραψε τ' όνομά του επάνω της κι ένα τραγούδι που δεν το ξέρει ακόμα κανείς ούτε τα πιο τρελά παιδιά ούτε τα πιο σοφά τ' αηδόνια. Eίναι κλεισμένη τώρα σε μια σπηλιά του βουνού Nτέβι μέσα στις λαγκαδιές και στα φαράγγια της πατρικής μου γης μα όταν ανοίξει κάποτε και τιναχτεί ενάντια στη φθορά και στο χρόνο αυτό το αγγελικό τραγούδι θα πάψει ξαφνικά η βροχή και θα στεγνώσουν οι λάσπες τα χιόνια θα λιώσουν στα βουνά θα κελαηδήσει ο άνεμος τα χελιδόνια θ' αναστηθούν οι λυγαριές θα ριγήσουν κι οι άνθρωποι με τα κρύα μάτια και τα χλωμά πρόσωπα όταν ακούσουν τις καμπάνες να χτυπάν μέσα στα ραγισμένα καμπαναριά μοναχές τους θα βρουν καπέλα γιορτινά να φορέσουν και φιόγκους φανταχτερούς να δέσουν στα παπούτσια τους. Γιατί τότε κανείς δε θ' αστιεύεται πια το αίμα των ρυακιών θα ξεχειλίσει τα ζώα θα κόψουν τα χαλινάρια τους στα παχνιά το χόρτο θα πρασινίσει στους στάβλους στα κεραμίδια θα πεταχτούν ολόχλωρες παπαρούνες και μάηδες και σ' όλα τα σταυροδρόμια θ' ανάψουν κόκκινες φωτιές τα μεσάνυχτα. Tότε θα 'ρθούν σιγά-σιγά τα φοβισμένα κορίτσια για να πετάξουν το τελευταίο τους ρούχο στη φωτιά κι ολόγυμνα θα χορέψουν τριγύρω της όπως την εποχή ακριβώς που είμασταν κι εμείς νέοι κι άνοιγε ένα παράθυρο την αυγή για να φυτρώσει στο στήθος τους ένα φλογάτο γαρύφαλο. Παιδιά ίσως η μνήμη των προγόνων να είναι βαθύτερη παρηγοριά και πιο πολύτιμη συντροφιά από μια χούφτα ροδόσταμο και το μεθύσι της ομορφιάς τίποτε διαφορετικό από την κοιμισμένη τριανταφυλλιά του Eυρώτα. Kαληνύχτα λοιπόν βλέπω σωρούς πεφτάστερα να σας λικνίζουν τα όνειρα μα εγώ κρατώ στα δάχτυλά μου τη μουσική για μια καλύτερη μέρα. Oι ταξιδιώτες των Iνδιών ξέρουνε περισσότερα να σας πουν απ' τους Bυζαντινούς χρονογράφους.

O άνθρωπος κατά τον ρουν της μυστηριώδους ζωής του
Kατέλιπεν εις τους απογόνους του δείγματα πολλαπλά και αντάξια της αθανάτου καταγωγής του
Όπως επίσης κατέλιπεν ίχνη των ερειπίων τού λυκαυγούς χιονοστιβάδας ουρανίων ερπετών χαρταετούς αδάμαντας και βλέμματα υακίνθων
Eν μέσω αναστεναγμών δακρύων πείνης οιμωγών και τέφρας υπογείων φρεάτων.

Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω
Eγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Kαι με τη χαίτη του φεγγαριού σ' αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομένο τριφύλλι
Mαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.

Ένα καράβι μπαίνει στο γιαλό ένα μαγγανοπήγαδο σκουριασμένο βογγάει
Mια τούφα γαλανός καπνός μες στο τριανταφυλλί του ορίζοντα
Ίδιος με τη φτερούγα του γερανού που σπαράζει
Στρατιές χελιδονιών περιμένουνε να πουν στους αντρειωμένους το καλωσόρισες
Mπράτσα σηκώνουνται γυμνά με χαραγμένες άγκυρες στη μασχάλη
Mπερδεύουνται κραυγές παιδιών με το κελάδημα του πουνέντε
Mέλισσες μπαινοβγαίνουνε μες στα ρουθούνια των αγελάδων
Mαντήλια καλαματιανά κυματίζουνε
Kαι μια καμπάνα μακρινή βάφει τον ουρανό με λουλάκι
Σαν τη φωνή κάποιου σήμαντρου που ταξιδεύει μέσα στ' αστέρια
Tόσους αιώνες φευγάτο
Aπό των Γότθων την ψυχή κι από τους τρούλλους της Bαλτιμόρης
Kι απ' τη χαμένη Aγιά-Σοφιά το μέγα μοναστήρι.
Mα πάνω στ' αψηλά βουνά ποιοι να 'ναι αυτοί που κοιτάνε
Mε την ακύμαντη ματιά και το γαλήνιο πρόσωπο;
Ποιας πυρκαγιάς να 'ναι αντίλαλος αυτός ο κουρνιαχτός στον αγέρα;
Mήνα ο Kαλύβας πολεμάει μήνα ο Λεβεντογιάννης;
Mήπως αμάχη επιάσανεν οι Γερμανοί με τους Mανιάτες;
Oυδ' ο Kαλύβας πολεμάει κι ουδ' ο Λεβεντογιάννης
Oύτε κι αμάχη επιάσανεν οι Γερμανοί με τους Mανιάτες.
Πύργοι φυλάνε σιωπηλοί μια στοιχειωμένη πριγκίπισσα
Kορφές κυπαρισσιών συντροφεύουνε μια πεθαμένη ανεμώνη
Tσοπαναρέοι ατάραχοι μ' ένα καλάμι φλαμουριάς λένε το πρωινό τους τραγούδι
Ένας ανόητος κυνηγός ρίχνει μια ντουφεκιά στα τρυγόνια
Kι ένας παλιός ανεμόμυλος λησμονημένος απ' όλους
Mε μια βελόνα δελφινιού ράβει τα σάπια του πανιά μοναχός του
Kαι κατεβαίνει απ' τις πλαγιές με τον καράγιαλη πρίμα
Όπως κατέβαινε ο Άδωνις στα μονοπάτια του Xελμού να πει μια καλησπέρα της Γκόλφως.

Xρόνια και χρόνια πάλεψα με το μελάνι και το σφυρί βασανισμένη καρδιά μου
Mε το χρυσάφι και τη φωτιά για να σου κάμω ένα κέντημα
Ένα ζουμπούλι πορτοκαλιάς
Mιαν ανθισμένη κυδωνιά να σε παρηγορήσω
Eγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Kαι με τη χαίτη του φεγγαριού σ' αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομένο τριφύλλι
Mαύρη μεγάλη μοναξιά με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.
__________

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2015

Αγία Φωτεινή: Η απίθανη ιστορία μιας εκκλησίας-έργου τέχνης στην Αρχαία Μαντίνεια


Ο Κώστας Παπαθεοδώρου δημιούργησε ένα αριστουργηματικό έργο ζωής που δεν μοιάζει με τίποτα άλλο. 


Από τον Μ.ΗULOT 

Στη λίστα με τις πιο παράξενες εκκλησίες του κόσμου, δίπλα στην Santuario della Madonna delle Lacrime στις Συρακούσες και στην La Sagrada Familia του Γκαουντί στη Βαρκελώνη μπορείς άνετα να τοποθετήσεις την εκκλησία της Αγίας Φωτεινής στον κάμπο της Αρχαίας Μαντίνειας, -είναι τόσο εντυπωσιακή που ακόμα και αν δεν την έχεις ακουστά, περνώντας τυχαία από την περιοχή είναι αδύνατο να μην σταματήσεις να την θαυμάσεις. 
Το κακό είναι ότι δύσκολα περνάς τυχαία από εκεί. Η εκκλησία της Αγίας Φωτεινής δεν βρίσκεται πάνω σε κεντρικό δρόμο, βρίσκεται χτισμένη απέναντι από τον αρχαιολογικό χώρο της Αρχαίας Μαντίνειας, μέσα στον κάμπο, 13 χιλιόμετρα βόρεια της Τρίπολης, οπότε για να την δεις πρέπει να κάνεις τον κόπο να πας μέχρι εκεί. Για τους ειδικούς, σαν τον Ισπανό αρχιτέκτονα και πολεοδόμο Αλφόνσο Τορίμπιο, «η Αγία Φωτεινή δίνει την εντύπωση ζώντος κτιρίου. Κινείται προσπαθώντας να περιστραφεί γύρω από τον άξονά της. Δεν υπάρχει ορθή γωνία στο κτίσμα. Αναπνέει τον αρκαδικό αέρα και τα ακροκέραμα παίρνουν τη φορά του ανέμου που φυσά απ" την Ανατολή». Κατεβαίνοντας από Αθήνα την εθνική οδό Αθηνών-Τριπόλεως, μετά διόδια της Νεστάνης στρίβεις δεξιά προς Λεβίδι, Βυτίνα, Αρχαία Ολυμπία και σε τρία χιλιόμετρα πάλι δεξιά, προς Αρχαία Μαντίνεια [πρόσεχε να μην προσπεράσεις την ταμπέλα]. 
Σε τρία χιλιόμετρα συναντάς στο αριστερό σου χέρι την Αγία Φωτεινή. Η Αγία Φωτεινή είναι ένα κτίριο που διχάζει και ο καθένας το βλέπει με τον δικό του τρόπο. Και ανάλογα με τα γούστα του, μπορεί να το χαρακτηρίσει από εντυπωσιακό και αριστούργημα μέχρι κακόγουστο και έκτρωμα [εμείς είμαστε με τους πρώτους]. Η αλήθεια είναι ότι όμοιό του δεν συναντάς πουθενά στην Ελλάδα, δεν μπορείς να το κατατάξεις σε κάποια συγκεκριμένη αρχιτεκτονική και με έναν παράξενο τρόπο συνδυάζει στοιχεία της αρχαίας Ελλάδας με το χριστιανικό πνεύμα, όπως τα εμπνεύστηκε και τα υλοποίησε ο δημιουργός του, ο μέγας Κώστας Παπαθεοδώρου, αρχιτέκτονας, ζωγράφος και αγιογράφος που σίγουρα δεν έχει εκτιμηθεί ακόμα όσο του αξίζει. Το χρονικό της δημιουργία της εκκλησίας που ξεκίνησε λίγο πριν το 1970 και ολοκληρώθηκε –εξωτερικά- το 1973 έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Η παραγγελία έγινε από τον Μαντινειακό Σύνδεσμο που έψαχναν κάποιον αρχιτέκτονα να τους χτίσει έναν ναό μεγαλοπρεπή και ξεχωριστό και, ακόμα και σήμερα, η επιλογή του Παπαθεοδώρου δεν φαίνεται απλά επαναστατική αλλά εξωφρενική. Κανείς δεν ξέρει πώς τα μέλη ενός τόσο συντηρητικού διοικητικού συμβουλίου τον επέλεξαν και του εμπιστεύτηκαν ένα τόσο τολμηρό σχέδιο σε μια περιοχή ιστορικής σημασίας όπως η Αρχαία Μαντίνεια και μάλιστα μέσα στην χούντα. Ο Παπαθεοδώρου που ήταν μαθητής του Πικιώνη, την εποχή που τον προσέγγισαν δούλευε στο Υπουργείο Πολιτισμού πλάι στον αείμνηστο Σπύρο Μαρινάτο, θέση αξιοζήλευτη την εποχή εκείνη. Για να δουλέψει στη δημιουργία της Αγίας Φωτεινής παραιτήθηκε από τη θέση στο υπουργείο και αφοσιώθηκε σε αυτή ολοκληρωτικά, θωρώντας την έργο ζωής. 
Και ήταν. «Για μένα αυτό ήταν όνειρο ζωής» λέει ο ίδιος. «Όταν είδα την περιοχή με τα αυτοσχέδια καλυβάκια, τις αχυρένιες στέγες, το πράσινο, είπα ότι πρόκειται για το ιδανικό σημείο. Σε έναν χώρο που περιβάλλεται από το Μαίναλο, το Αρτεμίσιο, το όρος όπου ο Ηρακλής καθάρισε την κόπρο του Αυγεία, μια περιοχή με απλότητα, φτωχικότητα και αφέλεια που επεδίωκα μέσα από το έργο μου. Αυτό το ταπεινό και το απλοϊκό είμαστε ή τουλάχιστον ήμασταν εμείς οι Έλληνες. Και, εξάλλου, ο τόπος λατρείας του Θεού δεν χρειάζεται να είναι πολύπλοκος». Όσοι έζησαν από κοντά την ανέγερση του ναού αναφέρουν ότι ο αρχιτέκτονας «άλλοτε τριγύριζε ανάμεσα στα χώματα της Μαντινείας και άλλοτε περιπλανιόταν μοναχός στα στενά της Τρίπολης. Ξεδιάλεγε από τις μάντρες παλαιά υλικά, τα έπαιρνε μαζί του κι έπειτα τα σμίλευε με τα χέρια για να βρουν τη θέση τους στο οικοδόμημα που έμελλε να σημαδέψει την πορεία του. Ήταν ένας παράξενος άνθρωπος. Για έξι μήνες ζούσε σε ένα αντίσκηνο δίπλα στο κτίσμα του, ώστε να μη χάνει πολύτιμο χρόνο, αφού εργαζόταν εκεί ολόκληρη την ημέρα, παρέα με λίγους ανειδίκευτους εργάτες από τα γύρω χωριά». 
Ο Παπαθεοδώρου που ήταν μαθητής του Πικιώνη, την εποχή που τον προσέγγισαν δούλευε στο Υπουργείο Πολιτισμού πλάι στον αείμνηστο Σπύρο Μαρινάτο, θέση αξιοζήλευτη την εποχή εκείνη. Για να δουλέψει στη δημιουργία της Αγίας Φωτεινής παραιτήθηκε από τη θέση στο υπουργείο και αφοσιώθηκε σε αυτή ολοκληρωτικά, θωρώντας την έργο ζωής. Και ήταν. Η αφήγηση του συντάκτη του εκτενούς άρθρου για τον Παπαθεοδώρου στην εφημερίδα της Τρίπολης Οδός Αρκαδίας είναι πολύ γλαφυρή: «Είτε καλοκαίρι ήταν, είτε χειμώνας, είτε πρωί, είτε λιόγερμα, μέσα στα απομεινάρια των μπαζών, των μπαζών από ξακρίδια μαρμάρων λατομείου και παλιών υλικών κατεδαφισμένων οικοδομών ή μέσα σε κομμάτια συμπαγών κεραμιδιών αλλά και πέτρινων αγκωναριών, τον έβλεπες όταν περνούσε, με τα πόδια ή το ποδήλατο, "το φάντασμα της Αρχ. Μαντινείας", έναν ανθρωπάκο να κινείται μέσα στα χίλια-δυο φερτά υλικά ως "χαμένος", να σηκώνει πέτρες, να μετράει, να ανασκαλεύει, πότε μόνος και πότε μ' ένα-δυο "ανειδίκευτα" περί την Αρχιτεκτονική παιδαρέλια, ο ίδιος με το καλέμι να χτυπάει και να δίνει μορφή και ψυχή στ' άψυχα κομμάτια –τα κομμάτια για πέταμα– του μάρμαρου ή της μαντινειακής πέτρας. 
Επρόκειτο για έναν "παράξενο" άνθρωπο που βολόδερνε πότε μέσα στα γήινα φερτά μπάζα και πότε μονήρης στους δρόμους της Τριπολιτσάς. Τον έβλεπες κι έλεγες "τι θέλει αυτός, εδώ, και τι κάνει ανάμεσα στα μπάζα;". Κι όμως, το "ακαταλαβίστικο" για πολλούς σιγά-σιγά έπαιρνε όγκο και σχήμα, οπότε και οι πολύ δύσκολοι αναρωτιούνταν "ρε μπας και δεν είναι έτσι τα πράγματα και πως κάτι το μεγαλειώδες εδώ ανεγείρεται;". Μέχρι που το όλο δημιούργημα τελείωσε, επιτέλους, οπότε "χαράς ευαγγέλια" στον Αρχιτέκτονα-Ζωγράφο-Αγιογράφο άνθρωπο της κουλτούρας και φιλοσοφημένο Κώστα Παπαθεοδώρου, "χαράς ευαγγέλια" σε όλους εμάς, "χαράς ευαγγέλια" σε όλους τους φιλότεχνους Έλληνες που απ' όλα τα σημεία της Ελλάδας έρχονταν κι έρχονται προς επίσκεψη και θαυμασμό αν και ακόμα αυτό το έργο δεν έχει προβληθεί, ή αυτό το λίγο που έχει, μάλλον από σύμπτωση». Η πρωτοποριακή εκκλησία της Αγίας Φωτεινής που είχε χαρακτηριστεί από τον Γιάννη Τσαρούχη «Φλέβα νερού για τους διψώντες» προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί αντικρουόμενες κριτικές, διαφωνίες και αντιπαραθέσεις. 
Μάλιστα πριν από μερικά χρόνια προκάλεσε και την παρέμβαση της επίσημης εκκλησίας που απαίτησε -και τελικά κατάφερε να επιβάλλει- την αντικατάσταση κάποιων αγιογραφιών. «Όταν είδα την εκκλησιά ένοιωσα την αγαλλίαση που μου δίνει η αναμενόμενη διαμαρτυρία που πνίγεται» είχε πει ο Τσαρούχης. «Άκουσα πως ο αρχιτέκτονας πρωτομάστορας Κώστας Παπαθεοδώρου χαρακτηρίστηκε ως 'πιθηκίζων αρχιτέκτονας'. Εκείνο όμως που βρήκα εγώ αγγίζοντας την εκκλησιά ήταν ένας γνήσιος σπαραγμός και μια απελπισμένη εξομολόγηση. Αυτά τα σπάνια πράγματα σε μια εποχή ψεύτικου καθωσπρεπισμού και παράλογου ρασιοναλισμού παίρνουν τη σημασία μιας φλέβας νερού σε περιόδους μεγάλης ξηρασίας». Ο ίδιος ο κ. Παπαθεοδώρου εξηγεί: «Η εκκλησία είναι φτιαγμένη σε επίπεδα που το ένα φαίνεται να πατάει επάνω στο άλλο. Άλλωστε, η κίνηση διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο σύνολο της εκκλησίας. Το άνω τελείωμα του ναού μοιάζει με αέτωμα, αλλά βουλιάζει όπως τα φτωχά καλυβάκια του κάμπου της Μαντινείας. Συγχρόνως ο ναός κάμπτεται ψηλά από το βάρος των πολλών Αγίων. 
Ορισμένα τμήματα του ναού, όπως οι κίονες, έχουν σμιλευτεί με τρόπο που δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι κάποτε ήταν φτιαγμένοι από ξύλο και στη συνέχεια αντικαταστάθηκαν από μάρμαρο, όπως ακριβώς συνέβη με τους ναούς κατά την αρχαιότητα. Εκτός από βυζαντινά, αρχαιοελληνικά και λαογραφικά στοιχεία διαθέτει επίσης λεπτομέρειες που συναντώνται σε καθολικούς ναούς. Στο εσωτερικό συναντά κανείς, μεταξύ άλλων, ψηφιδωτά από τον Ιππόλυτο του Ευριπίδη, τις τέσσερις εποχές, παραστάσεις από την αρχαία μυθολογία που ταυτίζονται ή συμπορεύονται με χριστιανικούς μύθους. 
Η Μέδουσα, η Αριάδνη, ο Θησέας, ο Πίνδαρος, αλλά και ο Παπαδιαμάντης δίνουν σιωπηλούς αγώνες για να συναντηθούν με τους αγίους της Χριστιανοσύνης. Οι μετώπες δεν είναι οι κλασικές τρίγλυφες αλλά τετράγλυφες, για να περιλαμβάνουν όλα τα προηγούμενα συν το σήμερα, οι Άγιοι είναι φτιαγμένοι προσηνείς με ανθρώπινες μορφές, ενώ πριν από μερικά χρόνια στις αγιογραφίες ο Ιησούς, οι Άγιοι, ο Ιούδας παρουσιάζονταν με καθημερινά σύγχρονα πρόσωπα 'δανεισμένα' από την περιοχή της Τρίπολης, φορώντας τζιν και ρούχα της εποχής. Οι αγιογραφίες αντικαταστάθηκαν ύστερα από την πολεμική που δέχτηκε ο δημιουργός και ο Σύνδεσμος». Για τους ειδικούς, σαν τον Ισπανό αρχιτέκτονα και πολεοδόμο Αλφόνσο Τορίμπιο, «η Αγία Φωτεινή δίνει την εντύπωση ζώντος κτιρίου. Κινείται προσπαθώντας να περιστραφεί γύρω από τον άξονά της. Δεν υπάρχει ορθή γωνία στο κτίσμα. Αναπνέει τον αρκαδικό αέρα και τα ακροκέραμα παίρνουν τη φορά του ανέμου που φυσά απ” την Ανατολή». Εκτός από τον κυρίως ναό στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας χτίστηκαν δύο «αρχαιοελληνικές» κατασκευές. 
Το αρχαιοπρεπές οικοδόμημα, το «Ηρώον», προς τιμή όλων εκείνων που αγωνίστηκαν για την πατρίδα και κατάγονται από τα Δ.Δ. του Δήμου Μαντινείας και στα δυτικά της εκκλησίας το «Φρέαρ Ιακώβ» που συμβολίζει τη συνάντηση του Ιησού με τη Σαμαρείτιδα. Όταν επισκεφτείς την εκκλησία και τα δεις δίπλα της έχεις την ψευδαίσθηση ότι είναι αρχαία, ακόμα και όταν γνωρίζεις ότι χτίστηκαν πριν από 40 περίπου χρόνια. Αυτή είναι μια κουβέντα με τον σημαντικό αρχιτέκτονα για το χρονικό της δημιουργίας της εκκλησίας: Ποιός είναι ο Κ. Παπαθεοδώρου; Η καταγωγή των γονιών μου είναι από τον Αρκαδικό Ατσίχωλο. Γεννήθηκα το 1937 κι έζησα τα παιδικά χρόνια μου στη Χαλκίδα όπου ήρθαν οι γονείς μου, με τον πατέρα μου ν” ασχολείται με το εμπόριο ενώ η μάνα μου ήταν μυλωνού στον Ατσίχωλο. Ήμασταν οκτώ αδέλφια, τα πέντε εν ζωή, σήμερα. Μεταξύ αυτών κι η αδελφή μου, η οποία είναι ποιήτρια, γλύπτρια, ζωγράφος και φιλόσοφος. Αποφοίτησα από το Γυμνάσιο στη Χαλκίδα, πήγα στη Βιέννη και μετά στο Βερολίνο για να σπουδάσω Αρχιτεκτονική. 
Στρατεύθηκα στην Ελλάδα. Γύρισα στο Άαχεν και συνέχισα τις σπουδές μου με φιλέλληνες καθηγητές αλλά και εξαίρετους Αρχιτέκτονες που ήθελαν την Αρχιτεκτονική ν” ανεβαίνει, προς τα επάνω, προς τα θεία και ανώτερα πράγματα. Αυτό μ’ επηρέασε πολύ όπως και ο Γερμανικός πολιτισμός, ο οποίος κατάγεται από τον Ελληνικό. Γι’ αυτό πέτυχε η Γερμανία, διότι πήρε ό,τι καλύτερο από την Ελλάδα. Αυτός είναι και ο Ελληνοχριστιανικός πολιτισμός, δηλαδή το χριστιανικό πνεύμα είναι συνέχεια του αρχαίου ελληνικού. Σε αυτά βασίστηκα, δηλαδή στο σεβασμό της αρχαιότητας και τη συνέχεια των αρχαίων που είναι ο χριστιανικός πολιτισμός. Τα ένωσα αυτά τα δυο στην Αγία Φωτεινή και μερικοί με παρεξήγησαν ως ειδωλολάτρη. Αυτό είναι λάθος. Υπάρχει συγγένεια χριστιανισμού και αρχαιότητας. Είναι μια προσπάθεια να βρω το θεό που δε φαινότανε, αλλά τον βλέπαμε μέσα από τα έργα του που ήταν φιλόθεα. Αυτό τον φιλοθεϊσμό τον συνέχισαν οι Έλληνες των χριστιανικών εποχών. Επιστρέφω το 1967 στην Ελλάδα κι εργάζομαι στο Υπουργείο Πολιτισμού για τρία χρόνια, με τον τότε μεγάλο Σπύρο Μαρινάτο. Στο Υπουργείο Πολιτισμού βρίσκω το έδαφός μου, μού άρεσε πολύ το εκεί κλίμα και αυτό που έκανα, διότι το Υπουργείο Πολιτισμού ήταν κι είναι το καλύτερο Υπουργείο στην Ελλάδα, το πιο ενδιαφέρον. 
 —Πώς έρχεσαι σ’ επαφή με το Μαντινειακό Σύνδεσμο; 
Κάποια στιγμή ήρθε στο Υπουργείο Πολιτισμού ο Κ. Καλτεζιώτης, ο πατέρας του βουλευτή Νίκου, -αλλά και ο ίδιος ο βουλευτής- ως πρόεδρος του Μαντινειακού, με την πρόθεση του Συνδέσμου να φτιάξει μια εκκλησία στην Αρχαία Μαντίνεια. Ήρθε στον κατάλληλο άνθρωπο. Του είπα, λοιπόν, ότι δεν πρέπει, στο μέρος αυτό να γίνει μια συνηθισμένη εκκλησία, αλλά ένα έργο που να ανταποκρίνεται στο χώρο και την ιστορικότητά του. Γνώριζα τη Διοτίμα, το Συμπόσιο του Πλάτωνα, τον Αντίνοο, που μαζί με τον αυτοκράτορα Ανδριανό είχαν έρθει στη Μαντίνεια, στο Μουσείο. Όμως εγώ δεν ήξερα τον τόπο. Όταν είδα τον τόπο, είπα μέσα μου εδώ είναι η Ελλάδα. Τα είχε όλα τα πλεονεκτήματα: το περιβάλλον καταπράσινο κι οι άνθρωποι ήταν υπέροχοι με μια αρχαΐζουσα συμπεριφορά και προφορά. Αυτό, λοιπόν, θέλησα να αξιοποιήσω, δηλαδή να μεταφράσω και να συνδέσω την ανθρώπινη ποιότητα σε κτίσμα.·Και θέλησα αυτό το κτίσμα να μιλάει, με τη θεολογία στην ψυχή του ανθρώπου και μέσα εκεί να υπάρχει όλη η αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Δώσαμε τα χέρια, λοιπόν, με τον Κ. Καλτεζιώτη, αφού παρουσίασα τα σχέδιά μου στο Σύνδεσμο.·Και ενώ θα μπορούσα να παραμείνω στο Υπουργείο Πολιτισμού και εκ παραλλήλου να προχωρώ και την εκκλησία, παραιτήθηκα από το Υπουργείο -κάτι που ξένισε το Μαρινάτο, ο οποίος με ήθελε πολύ! 
 —Πώς ο συντηρητικός Μαντινειακός Σύνδεσμος ενέκρινε τα τολμηρά σχέδιά σου; 
Ήταν άνθρωποι ναι μεν συντηρητικοί, όμως είχαν πάρα πολύ σωστή παιδεία, παιδεία της κλασικής Ελλάδας. Αυτό το είχαν μέσα τους. Ήταν τότε ο Κ. Καλτεζιώτης, ο Ν. Καλτεζιώτης, ο εν αποστρατεία ανάπηρος, ο Θανάσης Κοτσιάνης ο Γυμναστής, ο δικηγόρος Σταθόπουλος με ωραίες σκέψεις. Όλοι τους είχαν μια σύμπνοια στον πνευματικό χώρο κι είχαν γνώσεις της αρχαίας Ελλάδας, αλλά ήταν κι απλοί, αφανάτιστοι χριστιανοί. 
Ήταν Αρκάδες. Τα σχέδιά μου τα δέχθηκαν αμέσως. Δε μιλήσαμε για τα οικονομικά κι ούτε έδωσα κι εγώ σημασία. Όλα έγιναν και γίνονται εκ Θεού. Οι περαστικοί και ο πέριξ κόσμος βλέπανε να προχωρεί το έργο, το αγάπησαν και βοήθησαν οικονομικώς το Σύνδεσμο, ώστε να συγκεντρώσει τα διάφορα υλικά που προέρχονταν από λατομεία, κατεδαφίσεις οικημάτων. Αυτά τα υλικά δεν τα χρησιμοποιούσα απευθείας αλλά τα μετέτρεπα ανάλογα. Εργαζόμουνα από τα χαράματα μέχρι τη δύση του ήλιου και ήμουνα ο ίδιος επάνω κατ’ επάνω, με ένα-δυο εργάτες από τα γύρω χωριά που πολλές φορές ήταν και όχι τόσο ειδικοί. Σ’ αυτούς προσπαθούσα να εμφυσήσω την όρεξη και με το να είμαι εκεί, αλλά και με το να τους λέω κάποια πράγματα γύρω από την αρχαία Ελλάδα και τον πολιτισμό της, που, ενώ προχωρούσε το έργο, έπαιρνε μια μοντέρνα εικόνα. Όμως εγώ κρατούσα προς τα πίσω χωρίς να γίνομαι συντηρητικός. Ήταν μια λεπτή και δύσκολη ισορροπία. Να κρατηθεί το αρχαίο, ενώ ταυτόχρονα να υπάρχει και το καινούργιο. —Χρονικά; Θεμελιώθηκε το 1970 με το δεσπότη Θεόκλητο, άνθρωπο μορφωμένο, απλό, με συμπεριφορά ανθρώπινη. Ενθουσιάστηκε με το έργο και πολλά απογεύματα ερχόταν και παρατηρούσε. Εγώ όταν δούλευα δεν ήμουνα δούλος και σκλάβος των σχεδίων μου, αλλά τα προχωρούσα όπως κάνει ο σκηνοθέτης σε μια θεατρική παράσταση, δηλαδή τα βελτίωνα ώστε να πάρει μια ελευθερία το κτίριο. Εννοείται πως δεν ξεπερνούσα τα όρια. Τελείωσε το 1973, το φθινόπωρο και το 1974 συνεχίσαμε το εσωτερικό, το τέμπλο. Το 1975 προχωρήσαμε τα ψηφιδωτά δάπεδα. Περάσαμε στη θεμελίωση του Ηρώου το 1976, απέναντι από το Ναό, και το 1980 θεμελιώσαμε το Φρέαρ του Ιακώβ. 
 —Οικονομικά; 
Αυτό δεν το γνωρίζω διότι δεν έδωσα σημασία στα χρήματα. Εργαζόμουνα ως ένας μεροκαματιάρης. Βλέπεις, η Αγία Φωτεινή για μένα είναι έργο ζωής. Το καμαρώνω αυτό το έργο τόσο πολύ σαν ένα δικό μου παιδί –έχω δυο παιδιά. 
 —Στην αρχή αγιογράφησες, το Ναό, κατ’ επαναστατικό τρόπο, όμως προ 15ετίας χάλασες αυτές τις εικόνες για να τις μετατρέψεις σε λίγο βυζαντινές… Η μετατροπή είναι μια άλλη ζωγραφική προσπάθεια στο να αποδώσω όλα αυτά που θέλω να πω με περισσότερη θεολογική σκέψη και λιγότερη ζωγραφική. Και μέσα σε αυτή τη ζωγραφική προσπάθησα να εισαγάγω και το ζωγραφικό τρόπο, όμως, να μιλάει θεολογικά και λιγότερο περιγραφικά. Με ενδιέφερε περισσότερο να παραστήσω το θρόνο του Θεού δίπλα στον Παντοκράτορα, ένα θρόνο κενό, κάτι σαν το «Κύριος ητοίμασεν τον ουρανόν τον θρόνον αυτού». Αυτόν τον θρόνο ετοίμασα. Δίπλα έβαλα τους τέσσερις Ευαγγελιστές με τους Αγγέλους να κρατούν τα εξαπτέρυγα αλλά και τα σύμβολα, όπως το λέοντα, ώστε να θυμίζουν λίγο την Αρχαιότητα, αφού οι Ευαγγελιστές ήταν στην αρχαιότητα. 
 —Πότε ευελπιστείς να τελειώσει όλο αυτό το αριστουργηματικό συγκρότημα; 
Θα εξαρτηθεί από τα οικονομικά του Συνδέσμου… 
 —Μετέπειτα δέχθηκες, και καλές κριτικές, και άσχημες. Άλλοι μιλούσαν γι” αριστούργημα κι άλλοι για έκτρωμα… Ναι, ευνοϊκά εκφράσθηκαν ο Ν. Μουτσόπουλος, ο Αρχιτέκτονας στο Πολυτεχνείο Θεσσαλονίκης, ο αρχαιολόγος Θεόδωρος Σπυρόπουλος αλλά και ο Σταν Χάουρ που ήταν Έφορος στην Εφορία Αρχαιοτήτων της Σπάρτης, ο Γιάννης Τσαρούχης. Δυσμενώς, εκφράσθηκαν… -τέλος πάντων, δε θέλω να πω, το θεωρώ παρεξήγηση. Αρκεί να πω ότι ενώ με είχαν κατηγορήσει ως ειδωλολάτρη στην ηγουμένη της Έλωνας, αυτή τους έλεγε «ας είναι ό,τι να ’ναι, εγώ αυτόν θέλω να μου φτιάξει». 
 —Έχεις αγιογραφήσει άλλο ναό; 
Όχι,· κι ούτε θα μ” ενδιέφερε.
 —Με τη ζωγραφική; 
Έχω κάνει πολλή ζωγραφική, όμως δεν είναι στα χέρια μου. Έχω κάνει έκθεση στην Αθήνα και λίγο στην Τρίπολη (πλατεία Άρεως, υπαίθρια). —Ποια τα μελλοντικά σου σχέδια, εννοώ τα αρχιτεκτονικά… Αυτό που θα ήθελα ήταν να παρουσιάσω όλα τα έργα μου σε ένα καινούργιο βιβλίο -γιατί έχω κάνει ένα βιβλίο για την Αγία Φωτεινή. Ήθελα να περάσω τόσο με την Αγία Φωτεινή όσο και με τα άλλα κτίσματα πέριξ κάτι πιο πολύ φιλανθρωπικό,·δηλαδή την αγάπη για τον άνθρωπο. Που σημαίνει ότι για να αγαπήσουμε τον άνθρωπο πρέπει ν’ αγαπήσουμε πρώτα το Θεό.·Και για να αγαπήσουμε το Θεό πρέπει να γίνουμε πάρα πολύ μικροί και μέσα από αυτή τη σμίκρυνση να καταλάβουμε το μέγεθος κυρίως του Υιού του, ο οποίος ταυτίζεται με τον πατέρα·και κυρίως με το Άγιο Πνεύμα που ήθελα πάντα να μας κρατάει ζωντανούς… Η Αρχιτεκτονική είναι, ουσιαστικά, θεολογία.
 —Ποιες οι δυσκολίες που συνάντησες κατά τη δημιουργία του έργου σου; Πλην των Γερμανών που με άφησαν ελεύθερο και δημιούργησα, όλοι οι άλλοι πάντα μου φέρονταν με καχυποψία, μη εκείνο, μη το άλλο… 

 —Η ζωή σου είναι κοσμοκαλογερίστικη; 
Κατά κάποιον τρόπο, ναι. Δεν ήμουν ποτέ υπέρ των διασκεδάσεων. Πάντα ταίριαζα μόνο με τους φίλους μου. Έκανα παρέα εδώ στην Τρίπολη με το ζωγράφο Αντώνη Γκλίνο, τον άλλο ζωγράφο Δημήτρη Κούρο, Θεόδωρο Γιαννακόπουλο. Στην Αγία Φωτεινή πηγαινορχόμουνα με το λεωφορείο. Οι συνεργάτες μου στην οικοδόμηση ήταν απλοί εργάτες της οικοδομής, χρησιμοποιούσαμε χτένια, κόφτη, χωρίς ρεύμα, με γεννήτρια. Ήταν ένα έργο με μεγάλες δυσκολίες που μας βοήθησε ο Θεός και προχώρησε. 
 —Ο Μητροπολίτης Αλέξανδρος πώς στέκεται εμπρός στο δημιούργημα της Αγίας Φωτεινής; Ίσταται, θα έλεγα, ουδέτερος. Δεν μας ενοχλεί. Ίσως να μην είναι και τόσο ενθουσιασμένος διότι βλέπει τα πράγματα μέσα από το δόγμα, το οποίο δόγμα, έχει το γράμμα του νόμου. Ο Υιός του Θεού δεν ήρθε στον κόσμο για να μας δεσμεύσει, αλλά για να μας δώσει μια ελευθερία εν Χριστώ. Ούτε ο Θεόκλητος, ούτε ο Αλέξανδρος έχουν λειτουργήσει στην Αγία Φωτεινή. Έρχεται ο Θεόκλητος Αθανασόπουλος. Αυτό, βέβαια, είναι μια υποβάθμιση της θεολογικής αξίας της Αγίας Φωτεινής, δεν συμφωνώ με αυτόν τον υποβιβασμό, διότι έτσι, υποβιβάζουμε ολόκληρο τον ελληνικό πολιτισμό. Οι εκκλησίες πρέπει να είναι έκθεση και του πολιτισμού μας. 
 —Η ιδέα πώς σου ήρθε να φτιάξεις της Αγία Φωτεινή; 
Δεν ήταν απλά ιδέα, είναι έργο πόθου, πόθος για το Θεό. Από τα γυμνασιακά και φοιτητικά χρόνια μου ονειρευόμουνα αυτό, δηλαδή την αποτύπωση του Αγίου Πνεύματος σε ένα κτίσμα, το οποίο Άγιο Πνεύμα, να κινείται περί τον άξονά του, ο Θεός ο ίδιος να κινείται περί τον άξονά του, να εκφράζεται η κίνηση που εξέφραζαν και ο Θαλής και ο Ηράκλειτος που έλεγαν «ο Θεός βρίσκεται στην κίνηση». Η λέξη Θεός προέρχεται από τη λέξη που αναφέρει ο Πλάτων: το ρήμα θέω σημαίνει κινούμαι, τρέχω. Αυτό μου άρεσε πάρα πολύ. Η Αγία Φωτεινή είναι μία σύζευξη της Αρχαίας Ελλάδας με το Χριστιανικό Πνεύμα κι ενδυνάμωση του χριστιανικού πνεύματος από τα αρχαία μας έργα και αντιστρόφως, καταξίωση της Αρχαιότητας με τη βοήθεια του Χριστού. 
 —Θα μπορούσαμε να κατατάξουμε την Αγία Φωτεινή, ως κτίσμα, σε κάποιο εκκλησιαστικό ρυθμό; Όχι, δεν ανήκει πουθενά.· Π.χ. το άνω τελείωμα του ναού δεν είναι αέτωμα, απολύτως, αλλά είναι κεκαμμένο όπως τα φτωχά καλυβάκια του κάμπου της Μαντινείας που είναι πλίθινα. Αυτό το βούλιασμα μου άρεσε πάρα πολύ.·Συγχρόνως ο ναός κάμπτεται ψηλά από το βάρος των πολλών Αγίων. Ο ναός της Αγίας Φωτεινής δεν είναι μόνο για την περιοχή της Μαντινείας αλλά πάει και πιο κει, σε μεγαλύτερη έκταση, οπότε γίνεται πράξη η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο. —Σε τι βάθος κατεβήκατε θεμελιώνοντας και τι βρήκατε; Σίγουρα, κάπου δυο μέτρα και σε ένα σημείο βρήκαμε ένα ολόγλυφο ανάγλυφο το οποίο είχε Σειληνούς και το παραδώσαμε στην Αρχαιολογία, -τότε ήταν ο Σταν Χάουρ. Βρήκαμε ακόμη ένα μικρό αρχιτεκτονικό. 

 Η συνέντευξη του κ. Παπαθεοδώρου δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Οδός Αρκαδίας. 

 Πηγή: www.lifo.gr