~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
σελίδες της εφημερίδας "Αρκαδικό Βήμα" συντάκτες: Πέτρος Σ. Αϊβαλής, Αγγελική Σπαθαράκη, Οδυσσέας Αϊβαλής, Πόπη Βερνάρδου, Πάρης Αϊβαλής.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~

yfos

yfos
"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν' ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.

Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

Νίκος Καρούζος: Η ποίηση ως ενσάρκωση

Νίκος Καρούζος:

Κρώξιμο σ' ένα σπουδαστήριο

Η ατελής υπόσταση του φάντη στη βρομιάρικη τράπουλα
/ζήτημα ζωολογικής διαφοράς μονάχα
τα δικά μου απ' τα δικά σας βιώματα/
γκρινιάρα ειμαρμένη καθιστή στο μπαλκονάκι βράδυ
/κατάστιχα γυαλιστερά του χάροντα/
βατραχοσύναξη και τούτη στου Ομήρου τα τροχίσματα
κουλτούρα θυμοληπτική στα ψευτοσαλόνια σας
χαλκοδεκάρες πεταμένες έτσι σε κωφάλαλα συρτάρια
/παραχώρηση το διάβασμα στους πονεμένους/
γονυκλισίες από κοριτσόπουλα στα θέσφατα των εφημερίδων
/ευλογία Κυρίου τα μυδράλια
η λεπταίσθητη Ρόζα Λούξεμπουργκ
αυτή η άγια γυναίκα με την άγια βαρβαρότητα.../.
Να ρίξεις ολάκερη τώρα τη ζωή σου
στην πλάστιγγα τ' ουρανού την ανάστροφη στα μάτια.
Διωγμένος εγώ από κάθε προϋπόθεση να αναβλύζει το γέλιο μου
θα 'θελα λίγο δυναμίτη θα 'θελα μιαν έκρηξη
που να σκορπίσει το χειρότερο θάνατο στα βολέματά σας.
Τυραννήθηκα την τελευταία βδομάδα
για να βρω τη σώψυχη ειρηνοφόρα λύση
Τα νεροπαίχνιδα στη ρεματιά--,
τι ναν τα κάνω τ' άλλα.

Απ' το Ο Ζήλος του μη-σχετικού με παροράματα, 1980




ΤΗΣ ΚΛΕΟΠΑΤΡΑΣ ΛΥΜΠΕΡΗ

Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε πατέρες (και μητέρες) του Νίκου Καρούζου τον Τ.Κ. Παπατσώνη και τη Ζωή Καρέλλη, πράγμα που θα έθετε ένα σημείο αναφοράς για το υπαρξιακό περιεχόμενο του έργου του και την ιδιαίτερη πνοή μιας πνευματικότητας η οποία αντλεί από το θρησκευτικό βίωμα (στη δική του περίπτωση, βεβαίως, ιδιότυπο και πολύ διευρυμένο). Όμως, αυτό δεν θα ήταν αρκετό για να φωτιστούν όλες οι πτυχές της ποιητικής του ιδιοσυγκρασίας. Το καθολικό βλέμμα, η πολυεπίπεδη σύλληψη του κόσμου, η δυνατότητα σύνθεσης όλων των πνευματικών παραδόσεων, η επαναστατική αντίληψη, είναι μερικά από τα στοιχεία που ευθύνονται για την μοναδικότητα αυτού του ποιητή.
Ο Νίκος Καρούζος είχε αφομοιώσει την ελληνική παράδοση -αρχαία και νεώτερη- με πολύ φυσικό τρόπο, χωρίς αγκυλώσεις• κατόρθωσε έτσι να αξιοποιήσει τους καρπούς της γενιάς του 30, συμπεριλαμβάνοντας την εμπειρία του μοντερνισμού, και, ταυτοχρόνως, παραμένοντας σταθερά σ’ ένα ελληνικό κέντρο. Για τη σχέση του αυτή με τις δομές της παράδοσης (δομές της σκέψης αλλά και της κουλτούρας) έχω την αίσθηση ότι αποτελεί και τον πιο ώριμο εκπρόσωπο της μεταπολεμικής ποίησης.
Η φιλοσοφική και θεολογική παιδεία του Ν.Κ, καθώς και ένα ισχυρό κριτήριο – πολιτικό, αισθητικό, ηθικό- ήταν οι βασικοί μοχλοί της τέχνης του. Ωστόσο προσέγγισε τις ιδέες χωρίς τον στείρο εγκεφαλισμό του ψυχρού διανοούμενου, με την περίσσεια της αισθαντικότητάς του, η οποία καλούσε κάθε σκέψη για να την εντάξει δημιουργικά στην εμπειρία της ύπαρξης. Έτσι, το ποιητικό του βίωμα έγινε ο μεσοσταθμός αυτής της μεταμόρφωσης των ιδεών σε υπαρκτικές φανερώσεις. 
Ο Ν.Κ. δεν έχει προηγούμενο στον πλούτο των εμπνεύσεων. Στο έργο του, η φύση, τα όντα, η ζωή, συνθέτουν τα μέρη μιας χρονικότητας που την διατρέχει ο θόρυβος του πεπερασμένου. Η φθορά –το άλλο πρόσωπο του χρόνου- μοιάζει να είναι ο μόνος αληθινός ήχος σ’ αυτό το ζοφερό διάκοσμο -υλικό και φαντασιακό-, ο οποίος, (είτε ως υφή, είτε ως περιέχον), αποτελεί τη μήτρα μιας διαρκούς ματαίωσης. Στο κατ’ εξοχήν κέντρο του ζόφου τοποθετείται ο ίδιος ο άνθρωπος και η περιπέτειά του: το ον μέσα στο γίγνεσθαι -η ύπαρξη και το βάρος της, η διαρκής επώαση του αναπόφευκτου τέλους. (Ζωή ως μελέτη θανάτου.)
Ο Ν.Κ. μοιάζει να καταγίνεται με ένα είδος αποφατικής εκκλησιαστικής υμνωδίας, για να μας θυμίσει ότι ο κόσμος είναι πλασμένος με τη μαγιά του «κακού» – τα στοιχεία της εκμηδένισης και της καταστροφής. Ωστόσο, μαζί με την «αρρώστια του θανάτου» -σκοτεινή μοίρα κάθε ζωντανού πλάσματος- συνυπάρχει το φυσικό κάλος των πραγμάτων και οι λάμψεις της ανθρώπινης συνείδησης. Η ανθρωπολογία του Καρούζου αποτελεί μια αντεστραμμένη θεολογία (στον απόηχο της Ορθοδοξίας) : η έννοια της Υιότητας (του Χριστού), μεταφέρεται στον πάσχοντα άνθρωπο (ο οποίος ε ί ν α ι το σώμα του Χριστού) για να περιγραφεί στην πλήρη δόξα της φθοράς του αλλά και της αναστάσιμης πραγματικότητάς του.
Ο Καρούζος, επιχειρεί να οργανώσει μια σύνθεση της ζωής και της σκέψης: η φυσική, η πολιτική, οι επιστήμες, οι θρησκευτικές παραδόσεις (ο Βούδας, ο Μωάμεθ, το Ζεν, οι ασκητές της ερήμου, οι χριστιανοί Πατέρες -τα κείμενα ως ψυχικά δάνεια) ξεδιπλώνονται μαζί με τα ίδια τα πρόσωπα και τα ράκη της ατομικότητάς τους: πρόκειται για τον χρόνο της ύπαρξης, την ιστορία και την Πράξη της. Και η γλώσσα ως εργαλείο υπαρκτικότητας, συνδιαλέγεται με τα παραπάνω αναδύοντας από το καθένα την οντολογική του διάσταση.
Αναπόφευκτα, λοιπόν, θα αναφερθώ και πάλι στο Λόγο, ο οποίος, μοιάζει να αποτελεί την συμπυκνωμένη βούληση αυτής της ποίησης, καθώς περισυλλέγει τα επί μέρους -λόγο φιλοσοφικό, πολιτικό, θεολογικό- για να τα εντάξει σ’ ένα φωτεινό Σύμπαν. Ο Ν.Κ υπερασπίζεται το Νόημα ακόμη και τότε που αναφέρεται στο Μηδέν. Διότι ομιλεί από το βάθρο της ένωσης των ιδεών και των πνευματικών παραδόσεων –ένα βάθρο που διόλου δεν τον υψώνει πάνω από τη γη και το πραγματικό: «εντός της ύπαρξης» -γυμνός από κάθε μεταφυσική- φτιάχνει ποιήματα «κοσμικά», όχι με την έννοια της τρέχουσας εγκοσμιότητας αλλά με την έννοια της ιερότητας του σώματος, της ιερότητας της ε ν σ ά ρ κ ω σ η ς.
Η σωματικότητα, δεν είναι για τον Καρούζο μια ατομική υπόθεση – η σχέση με το δικό του σώμα, η υλική του συναισθησία• είναι η εγκόλπωση του εαυτού του εντός της καθολικής ψυχής, διαμέσου της οποίας παραλαμβάνει την υλικότητα του Ενός ανθρώπου. Από αυτό το καθολικό σώμα εκφράζεται και σ’ αυτό επιστρέφει• ως ιεροφάντης –μάγος και κοινωνός των μυστηρίων της ύπαρξης- και ως εξόριστος των ουρανών, έμπλεος οδύνης και συνήγορος του θανάτου.
Η ποιητική του πράξη είναι ένας νοήμων θρήνος• όχι με τον τρόπο που το πράττει η Δυτική ποίηση μετά την Αναγέννηση (η οποία στο βαθύτερο υπόστρωμά της θρηνεί την απώλεια της ενότητας των κόσμων) αλλά διαμέσου μιας καθαρής Οντολογίας προς την οποία τον κατευθύνει η φιλοσοφική του κλίση. Διότι, αν και παρακολουθεί την ανθρώπινη ιστορία στη διαρκή κίνηση και μεταβολή των πεπραγμένων της, το βλέμμα του εστιάζει στην αναλλοίωτο μοίρα με την οποία βαρύνονται όλα τα όντα. Έτσι, καταλήγει να ψηλαφίζει τη ματαιότητα (όπως ο Εκκλησιαστής), συντηρώντας το πένθος για την αμετάκλητη φύση της ανθρώπινης προοπτικής που παραμένει φθαρτή παρά την όποια διάσταση μεγαλείου.
Το υπογειάκι της Πλατείας Μαβίλη, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια, γίνεται η πιο αληθινή ποιητική του κατάθεση: δοκιμάζει λέξεις φωναχτά (με τον τρόπο του αναχωρητή που δοκιμάζει προσευχές για να συνομιλήσει με το θείο). Μέσα εκεί βρίσκει το δικό του ιερό: τη συνάντηση με το μηδέν. (H ύπαρξη βαραίνει όταν περισσεύει η ατομικότητα.) 
Όμως, στο μηδέν του Καρούζου -εντός του- ζούσαν ταυτοχρόνως οι ουρανοί του (το ίδιο λαμπεροί μ’ εκείνους του Ζαρατούστρα, ο οποίος μπορούσε να συνεχίζει και χωρίς Θεό γιατί ήταν ο ίδιος Υπεράνθρωπος). Γι’ αυτό άλλωστε, προς το τέλος, εγκατέλειψε κάθε βεβαιότητα που η πίστη δίνει στον άνθρωπο: για να γευτεί τους καρπούς του Αδάμ: την περιπέτεια της απελευθέρωσης (αλλά και την παράταση της οδύνης), την περιπέτεια της ανεξαρτησίας και της αναρχίας, την ελευθερία σκέψης και αίσθησης αντίστοιχα – μια ελευθερία η οποία συμπλέει μόνον με ο, τι είναι ουσιαστικό και αληθές.
Ο Ν.Κ. συνέδεε την πνευματική οδύνη (αναγκαία έκφανση της δημιουργικής δυνατότητας) με την πνευματική αθωότητα (ως αντιστοιχία της νηπτικής χριστιανικής παράδοσης), καταστάσεις που είχαν πραγματωθεί μέσα στο σώμα του Χριστού. Διότι ήταν αυτή ακριβώς η θρησκευτική του κλίση που τον είχε προσανατολίσει στην ανάγκη να γίνει η ποίησή του μια ολοκληρωμένη Πράξη ζωής.

Ωστόσο, εντός και εκτός της ποίησης, παραμένει η οδύνη της ίδιας της ύπαρξης, το πεπερασμένο σαρκίο. Κάποτε πίστευα πως η τέχνη του Νίκου Καρούζου είναι η γλώσσα ενός καθολικού τρόμου, η οντολογία της ανησυχίας μέσα στην χλωρίδα των παθών, μια γλώσσα φιλέρημος και φίλαυτις, που αποσαρθρώνει το ον, ψελλίζοντας ξόρκια για το θάνατο. Σήμερα ξέρω πως είναι η Φωνή, το Ρήμα που μας προσκαλεί να μετατοπιστούμε από την επίπλαστη πραγματικότητα στην αυθεντική ζωή των σπλάχνων: εκεί όπου η ατομικότητα και το άπειρο συμψηφίζονται, η ύπαρξη διαπλατύνεται και διευρύνεται προς το Καθόλου. Ο Καρούζος δεν συνδιαλέγεται με το φθαρτό για να το αποθεώσει αλλά για να το εμπλουτίσει με την αληθινή του ουσία• για να το αρτιώσει.

Κλεοπάτρα Λυμπέρη

6 April 2007

*Από το http://poeticanet.com/dokimia.php?

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου